Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Το αδιέξοδο του μονεταρισμού.


του MARCELLO DE CECCCO
Καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας στη Scuola Normale Superiore της Πίζας.


Εδώ και πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, το νόμισμα είναι ένα από τα κυριότερα εργαλεία της εθνικής κυριαρχίας, καθώς το θέτουν σε κυκλοφορία αρχές και κυβερνήσεις είτε άμεσα είτε μέσω μιας κεντρικής τράπεζας και χρησιμοποιείται από αυτές για να χρηματοδοτεί τις δαπάνες τους, με μια μορφή «φορολόγησης χωρίς πολιτική αντιπροσώπευση», όπως την αποκαλούσαν οι οργισμένοι πρωταγωνιστές της Αμερικανικής Επανάστασης του 1776.
Το νόμισμα χρησιμοποιήθηκε επομένως για μια...

δόλια φορολογική καταπίεση ελάχιστα υποκείμενη σε πολιτικό έλεγχο, επειδή δεν έπληττε επιμέρους ομάδες πολιτών αλλά τον πληθυσμό γενικά, δεδομένου ότι όλοι χρησιμοποιούν το νόμισμα για να συναλλάσσονται, να πληρώνουν και να αποταμιεύουν.

Το ευρώ είναι το πρώτο πείραμα στην ιστορία ενός νομίσματος στον εκδότη του οποίου, δηλαδή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, απαγορεύεται από το καταστατικό η αγορά ομολογιακών τίτλων που εκδίδουν τα ίδια τα κράτη. Αυτός ο κανόνας επιβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο τα ενάρετα κράτη να πληρώνουν, μέσω της ΕΚΤ, τα ελλείμματα των κρατών που δεν είναι δημοσιονομικά ενάρετα. Αν αυτός ο κανόνας τηρείται, τότε το δημόσιο χρέος κάθε κράτους οφείλουν να το διαχειριστούν μόνον με οικονομικά μέσα που υπάρχουν στο δημόσιο ταμείο του εν λόγω κράτους, δηλαδή με φορολογικά και όχι με νομισματικά μέσα. Εδώ έγκειται η πιο επαναστατική ανανέωση που εισήγαγε η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, ανατρέποντας μια πρακτική που ίσχυε επί πολλούς αιώνες. Τα κράτη-μέλη έχουν εθελούσια απαρνηθεί τη νομισματική τους κυριαρχία. Δεν θα μπορούσε να τους την προμηθεύσει ούτε και μια υποθετική ομοσπονδιακή ευρωπαϊκή κυβέρνηση, αν δεν αλλάξει ριζικά η νομισματική φιλοσοφία που ενέπνευσε τη Συμφωνία του Μάαστριχτ. Οταν, με εκείνη τη συμφωνία, δημιουργήθηκε η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, ένας άγγλος οικονομολόγος, ο καθηγητής Αλαν Γουόλτερς, σύμβουλος της Μάργκαρετ Θάτσερ, εξέφρασε τον σκεπτικισμό του για τη χρονική διάρκεια της μελλοντικής ένωσης, λέγοντας ότι δεν είναι δυνατόν πρόσωπα με διαφορετικά αναστήματα να ντύνονται με ρούχα ενός και μοναδικού μεγέθους («One size cannot fit all»).

Τα πρώτα δέκα χρόνια εμπειρίας της ευρωζώνης φαίνονταν να τον διαψεύδουν, επειδή η παραδοσιακά ισχυρή χώρα, η Γερμανία, χρειαζόταν επί μακρόν μιαν επεκτατική νομισματική πολιτική, για να αντιμετωπίσει την αύξηση των δημόσιων δαπανών που προκλήθηκε από την ένωση με την Ανατολική Γερμανία. Οι γερμανικές ανάγκες, μαζί με τις γαλλικές, θα οδηγήσουν το 2003 ώς το σημείο να ζητηθεί μια χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας, της δέσμευσης δηλαδή να συγκρατούνται τα δημόσια ελλείμματα στο όριο του 3% του ΑΕΠ (δέσμευσης που αναλήφθηκε από τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης επειδή απουσίαζε η δημοσιονομική ολοκλήρωση, που θα έπρεπε να συνοδεύει τη νομισματική ολοκλήρωση η οποία επιτεύχθηκε με το ευρώ).

Σε αυτές τις συνθήκες φθηνού νομίσματος το ένδυμα ταίριαζε και στις παραδοσιακά ασθενέστερες χώρες, όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Ιρλανδία, το Βέλγιο. Παρά τους νέους κανόνες σχετικά με τη διαχείριση των εθνικών δημόσιων χρεών, η νομισματική πολιτική που απαιτούσε τότε η Γερμανία πολύ ρητά, μέσω του υπουργού Λαφοντέν, συνέβαλε στη διόγκωση σε ορισμένες χώρες της ευρωζώνης μιας φούσκας στην αγορά ακινήτων παρόμοιας με εκείνη που δημιουργούνταν τα ίδια χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και στην υπερχρέωση χωρών με μεγάλα δημόσια ελλείμματα, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, το Βέλγιο. Η έλευση στην Ευρώπη της τρομερής αμερικανικής οικονομικής κρίσης, το 2008-09, υποχρέωσε τα κράτη της ευρωζώνης να διασώσουν εκείνες τις ευρωπαϊκές τράπεζες που είχαν μετάσχει στην αμερικανική χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία ή είχαν προκαλέσει με εύκολα δάνεια κερδοσκοπικές φούσκες στις χώρες τους.

Το κόστος αυτών των διασώσεων επιβάρυνε εξ ολοκλήρου τα δημόσια οικονομικά κάθε χώρας. Σε αυτό το σημείο, η πιστωτική φερεγγυότητα των κυβερνήσεων της ευρωζώνης έπρεπε να επιφορτιστεί με το βάρος των νέων δεσμεύσεων. Και επειδή ακόμη και οι πιο ισχυρές και δημοσιονομικά σχετικά πιο ενάρετες χώρες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, έχουν δημόσια χρέη μεγάλα και πολύ διασκορπισμένα στις διεθνείς αγορές, άρχισε ένας αγώνας δρόμου για να κρατήσουν ψηλά τη δική τους οικονομική φερεγγυότητα, ακόμα και προσπαθώντας να χαμηλώσουν τη φερεγγυότητα των άλλων. Διερράγη έτσι η σύγκλιση μεταξύ των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων των διάφορων χωρών του ευρώ και η τάση προς τη διαφοροποίηση επιδεινώθηκε, όταν αποκαλύφθηκαν οι συνθήκες οιονεί χρεοκοπίας στις οποίες είχε οδηγήσει την ελληνική οικονομία η συντηρητική κυβέρνηση Καραμανλή.

Θα κατορθώσει η δομή του ενιαίου νομίσματος να αντισταθεί στις φυγόκεντρες τάσεις που εκδηλώθηκαν για τους λόγους που προανέφερα; Πιθανόν οι ισχυρές αντιστάσεις που εκδηλώνονται από τη γερμανική κυβέρνηση (την οποία ακολουθεί και η γαλλική κυβέρνηση) στο να προσφέρει βοήθεια στην Ελλάδα θα μετριαστούν από τη συνειδητοποίηση της πιθανότητας ότι, αν παρατεντώσουν το σκοινί εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης, μπορεί να διαλύσουν πρώτα το ευρώ και έπειτα ακόμη και την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά των εμπορευμάτων, στην οποία οι γερμανικές επιχειρήσεις πουλούν μεγάλο μέρος της παραγωγής τους. Παραμένει ωστόσο το αρχικό πρόβλημα του ενιαίου νομίσματος, το ότι είναι δηλαδή ένα νόμισμα χωρίς ένα κράτος, επειδή αυτή ήταν η βούληση των συνιδρυτών του. Μόνον προωθώντας την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, δηλαδή δημιουργώντας ένα ομοσπονδιακό ή συνομοσπονδιακό κράτος και συνδέοντάς το με το χωρίς ιθαγένεια νόμισμά μας, μπορούμε να βγούμε θετικά από το αδιέξοδο στο οποίο ο δογματικός μονεταρισμός, που ενέπνεε τους πιο ισχυρούς από τους δημιουργούς του ευρώ, έχει ρίξει ολόκληρη την Ευρώπη.

akritas-neoliberalism

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Google+ Badge