Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Προσεγγίζοντας την φιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία.


Η παράλληλη κρίση των μοντέλων της σοσιαλδημοκρατίας και του φιλελευθερισμού στη μεταβιομηχανική εποχή οδηγεί στην αναζήτηση θεωρητικά λειτουργικών τρόπων υπέρβασής της. Η προσέγγιση της «φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας» δεν συνίσταται στη πραγματιστική σύγκλιση στο μέσο των δύο ρευμάτων, αλλά αντίθετα εδράζεται στη διαλεκτική σύνθεση ανάμεσα στον δημοκρατικό σοσιαλισμό και τον κλασσικό φιλελευθερισμό, η οποία προϋποθέτει την επαναβεβαίωση των αφετηριακών παραδοχών και των ηθικών-αξιακών πλαισίων τους.

1. Tο τέλος της σοσιαλδημοκρατίας


‘Σοσιαλδημοκρατία’ είναι μια λέξη που σήμερα σημαίνει πολύ λίγα πράγματα.
Ralf Dahrendorf


Ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας, την τελευταία τριακονταετία, έχει περιέλθει σε κατάσταση (ανεπανόρθωτης;) κρίσης, απόρροια σε μεγάλο βαθμό της απαξίωσης που υπέστησαν οι βασικές παραδοχές του. Ο γερμανός κοινωνιολόγος Ralf Dahrendorf αναφέρεται χαρακτηριστικά στο τέλος όσων παραδοσιακά σημασιοδοτούσαν την σοσιαλδημοκρατία, “τον κεντρικό ρόλο του κράτους στον προγραμματισμό της οικονομικής πολιτικής” και μιαν ευρεία δέσμευση στο πεδίο του κράτους πρόνοιας, της δημόσιας υποστήριξης του πληθυσμού, της λεγόμενης “κοινωνικής δικαιοσύνης”. Και οι δύο αυτές έννοιες ωστόσο έχουν μπει στο αρχείο της Ιστορίας από τις αλλαγές των δύο τελευταίων δεκαετιών».


Δεν πρόκειται για μια ιστορικά συγκυριακή κρίση δυσμενών συσχετισμών πολιτικών δυνάμεων, αλλά αντίθετα πρόκειται για κρίση του σοσιαλδημοκρατικού «υποδείγματος», με την έννοια που δίνει στο υπόδειγμα ο Thomas Kuhn, ως δηλαδή συνεκτικό σύνολο παραδοχών από το οποίο πηγάζουν οι επί μέρους προσλαμβάνουσες. Ο Martin Jacques, εκδότης της έγκυρης μαρξιστικής επιθεώρησης «Marxism Today», δεν διστάζει να υποστηρίξει ότι, «η Αριστερά, ως ιστορικό φαινόμενο, είναι νεκρή- και δεν θα ξαναγεννηθεί».


Τα αίτια της κρίσης μπορούν κύρια να αναζητηθούν, στην εξάντληση των ορίων του κοινωνικού κράτους κατά τη δεκαετία του ’70 όταν κατέστη σαφές πως οι διαχειριστικές κορπορατιστικές λογικές του τότε κυρίαρχου κεϋνσιανού μοντέλου υπερέβησαν τις δυνατότητές τους,. Η κρίση του σοσιαλδημοκρατικού οικονομικού μοντέλου ήταν, λοιπόν, πρώτιστα κρίση του μεγάλου κράτους.


2. Η κρίση του φιλελευθερισμού


Eίναι παράξενο πως από τα μεγάλα πολιτικά ρεύματα, μόνο ο φιλελευθερισμός στερείται ιδεολογίας
Anthony deJesay.


Αντίστοιχη κρίση, διαφορετικής όμως μορφής και αιτίων, παρόμοιου όμως εύρους και έντασης, φαίνεται να βιώνει και ο φιλελεύθερος χώρος. Ο νεοφιλελευθερισμός, η πλέον αντιπροσωπευτική έκφρασή του φιλελευθερισμού του 20ου αιώνα, έχει πλέον εξαντλήσει την δυναμική της δεκαετίας του ’80, τουλάχιστον στα αναπτυγμένα κράτη του Δυτικού κόσμου, και την εμβέλεια των κύριων επιλογών του στον οικονομικό τομέα, που συνιστούσαν ο περιορισμός του δημόσιου τομέα (roll back the state) μέσα από ευρεία προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων, η «απορύθμιση των αγορών» (deregulation) και η πειθάρχηση της δημοσιονομικής πολιτικής.


Ταυτόχρονα, ο «ρεπουμπλικανικός» φιλελευθερισμός, υφίσταται τις συνέπειες της εξάντλησής του καθώς εφάρμοσε εν πολλοίς το «πρόγραμμα» του, αυτό του πολιτικού φιλελευθερισμού, μέσα από την κατοχύρωση των βασικών πολιτικών ελευθεριών (ελευθερία λόγου, εκλογικά δικαιώματα, κ.λπ.) συμβάλλοντας στην εγκαθίδρυση του σύγχρονου κράτους δικαίου.


Σε ένα δεύτερο επίπεδο, οι διαφορετικές εκφάνσεις του φιλελευθερισμού στερούνται σε μεγάλο βαθμό «οράματος» για τις επιθυμητές μορφές κοινωνικής συμβίωσης. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρούσε ο συντηρητικός συγγραφέας T.S. Elliot, ο φιλελευθερισμός περισσότερο απομακρύνεται παρά πηγαίνει κάπου. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ο φιλελευθερισμός αποκτά θετικό περιεχόμενο και με το έργο του αυστριακού πολιτικού φιλοσόφου Friedrich Hayek.

Τέλος, δε πρέπει να παραγνωρίσουμε την ορθή επισήμανση του αμερικανού οικονομολόγου και κατόχου Nobel Οικονομικών (1986) James Buchanan, ο οποίος υποστηρίζει ότι η υπέρμετρη προβολή του επιχειρήματος της αποτελεσματικότητας (efficiency) από τους φιλελεύθερους και ο κοινωνικός ωφελιμισμός οδηγεί στην παραγνώριση των αξιακών προϋποθέσεων του κλασσικού φιλελευθερισμού.


Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό πως, η ταυτόχρονη κρίση στην οποία έχουν εισέλθει τα δύο κύρια πολιτικά ρεύματα και η απουσία διαφαινόμενης εξόδου από αυτήν, επιβάλλουν την ανα-σημασιοδότησή τους, με στόχο την ανάδειξη νέων λειτουργικών κοινωνικών μοντέλων. Άλλωστε, οι συνθέσεις αποτελούν συνηθισμένο φαινόμενο στην ιστορία των κοινωνικών επιστημών.


3. Πολιτικές καταβολές και ιστορικές διαδρομές


Φιλελεύθεροι και σοσιαλιστές εμφανίζουν κοινές πολιτικές καταβολές και παράλληλες ιστορικές διαδρομές, αμφότεροι προσανατολισμένοι στη χειραφέτηση του ατόμου και στην άρση των θεσμοθετημένων διακρίσεων. Με την επιλογή του δογματικού κολεκτιβισμού και του κεντρικού σχεδιασμού, που επικράτησε στο εσωτερικό της Αριστεράς με την κυριαρχία του μαρξισμού από τα τέλη του 19ου αιώνα, οι δύο αυτές οικογένειες όχι μόνο απομακρύνθηκαν, αλλά και τέθηκαν αντιμέτωπες, με τρόπο που καθιστούσε αδύνατη την συνύπαρξή τους.


Ωστόσο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι, υπήρξε στο παρελθόν ένα ρεύμα στους κόλπους του σοσιαλιστικού κινήματος με ισχυρή παρουσία, που εξέφραζε δυσπιστία, απέναντι στις κεντρικά κατευθυνόμενες πολιτικές. Πρόκειται για ένα ρεύμα που εκφράστηκε κύρια με τον πρώιμο βρετανικό σοσιαλισμό, από τον Robert Owen έως τον Bertrand Russell και τον L.T. Hobhouse. Μία παράδοση, όχι απλά μη μαρξιστική αλλά, συνειδητά αντι-μαρξιστική. Στη Γαλλία συναντούμε αντίστοιχα σοσιαλιστικά ρεύματα επηρεασμένα από την σκέψη του Pierre-Joseph Proudhon, του «μασκαρεμένου φιλελεύθερου» για τους επικριτές του.


Στη πλούσια παράδοση του φιλελεύθερου σοσιαλισμού ή σοσιαλφιλελευθερισμού πρέπει ακόμη να συμπεριλάβουμε την εμβληματική φυσιογνωμία του ιταλικού αντιφασιστικού κινήματος Carlo Rosselli και το έργο του Φιλελεύθερος Σοσιαλισμός, τον επίσης ιταλό ριζοσπάστη Piero Gobetti (1901-1926) με το έργο του Φιλελεύθερη Επανάσταση, τον σπουδαίο ρεβιζιονιστή Edward Bernstein, τον πολέμιο των μονοπωλίων Franz Oppenheimer και τον Friedrich Naumann, για να περιοριστούμε σε ορισμένους μόνο από αυτούς.


Ο πρώην υπουργός κυβέρνησης Blair και θιασώτης του Τρίτου Δρόμου Peter Hain, κάνει λόγο για φιλελεύθερο σοσιαλισμό (libertarian socialism), υπενθυμίζει τη πλούσια ατομοκεντρική και αντικρατικιστική παράδοση του βρετανικού σοσιαλισμού και επισημαίνει την απαξίωση του σοσιαλισμού εξαιτίας της ταύτισης του με τον κρατισμό.


Στο πλαίσιο της φιλελεύθερης παράδοσης, υπενθυμίζουμε την κοινωνική και ηθική του κλασσικού φιλελευθερισμού. Άλλωστε τα κύρια ρεύματα της ατομικιστικής σκέψης αποδέχονται την «κοινωνική φύση του ατόμου» (L. Dummon). Δεν έχει κάποιος παρά να θυμηθεί αναφέροντας ενδεικτικά, την «ακοινώνητη κοινωνικότητα» του Immanuel Kant, την ηθική θεωρία του Adam Smith, τον ωφελιμισμό του John Stuart Mill και την αυθόρμητη τάξη του Hayek.


4. Πέρα από το κοινωνικό κράτος


«Δεν υπάρχει ανακολουθία ανάμεσα στο σύστημα ελεύθερης αγοράς και στην επιδίωξη ευρύτερων κοινωνικών σκοπών»
Milton Friedman


Η κοινωνική προστασία και το κοινωνικό κράτος δεν αποτελούν απαραίτητα συμπληρωματικούς όρους. Τουναντίον, συχνά είναι αντιθετικοί. Τούτο διότι το κοινωνικό κράτος δημιούργησε, συντήρησε και ανέπτυξε μία κουλτούρα εξάρτησης που υπονόμευσε μία σειρά προσπαθειών οικονομικού εκσυγχρονισμού, συνετέλεσε στην υπανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και συνέβαλε στη δημιουργία ευνοημένων κοινωνικών ομάδων που λειτουργούν ως οργανωμένες ομάδες πίεσης-συμφερόντων και οδηγούν στην περιθωριοποίηση τμημάτων του πληθυσμού («κοινωνίες των δύο τρίτων»). Παράλληλα, δεν επέτρεψε την ανάπτυξη του κοινωνικού κεφαλαίου και της κοινωνίας των πολιτών, που πλέον αναγνωρίζονται ευρέως ως καθοριστικοί παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης.


Έτσι, μία λειτουργική σύγκλιση/σύνθεση ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και την σοσιαλδημοκρατία οφείλει, εκ των πραγμάτων να οικοδομηθεί στους παρακάτω τέσσερις βασικούς άξονες:



Τον τερματισμό της εξιδανίκευσης του κράτους, της «παχιάς ιερής αγελάδας». Η κρατολατρεία αποτελεί τη νομιμοποιητική βάση της Συντήρησης, δικαιώνει τις διαχειριστικές λογικές και τις καθεστωτικές πρακτικές, στηρίζοντας τελικά το status quo και αναπαράγοντας την οικονομική αναποτελεσματικότητα και τη διαπλοκή κρατικού μηχανισμού και ιδιωτικών συμφερόντων («παρεοκρατικός καπιταλισμός»). Στραγγαλίζει την κοινωνία των πολιτών και αποθαρρύνει την ενεργό συμμετοχή στο πολιτικό γίγνεσθαι.


Την εμπιστοσύνη στις δημιουργικές δυνάμεις της αγοράς και τις κοινωνικά επωφελείς συνέπειες της ατομικής πρωτοβουλίας. Την ενθάρρυνση της αποκέντρωσης (decentralization) ως οργανωτική μορφή της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής δράσης. Την προώθηση του εθελοντισμού και των θεσμών της ανοικτής κοινωνίας, με τελικό στόχο τη συμφιλίωση της ανάπτυξης με την αλληλεγγύη.


Την ενίσχυση του Ατόμου και της Ελεύθερης Επιλογής, τόσο θετικά με την αύξηση των διαθέσιμων επιλογών των πολιτών στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή του τόπου, όσο και αρνητικά με την προστασία του απέναντι στις απειλές της μισαλλοδοξίας, του στενόμυαλου κοινοτισμού και της ισοπεδωτικής ομοιομορφίας που επιβάλουν οι πλειοψηφίες.


• Την προώθηση της κεντρικής σε όλα τα συστήματα ηθικής (πολιτικά και θρησκευτικά) αξία της κοινωνικής αλληλεγγύης.


Σύμφωνα με την Canto-Sperber, τούτο θα επιτευχθεί με την προσφυγή σε ένα «σοσιαλισμό των ελευθεριών» που τοποθετείται «ενάντια σε όλες τις μορφές του αυταρχισμού, του σχεδιοποιημένου κα κρατικοποιημένου σοσιαλισμού». Η διαμόρφωση της νέας σοσιαλδημοκρατίας προϋποθέτει την επανασύνδεσή της με βασικές αρχές της φιλελεύθερης σκέψης όπως, την αυτονομία του προσώπου και τον πλουραλισμό, την επιλογή και την ατομική υπευθυνότητα, την διανοητική μετριοπάθεια και τον αντι-ουτοπισμό, τον θεμελιώδη ρόλο των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, τις αγορές ως αποκεντρωμένες μορφές κοινωνικής οργάνωσης.


5. Προς μία λειτουργική σύνθεση φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας


«Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία μόνο φιλελεύθερη μπορεί να είναι.»
Monique Canto-Sperber


Μία λειτουργική σύνθεση των δύο ρευμάτων περνάει ουσιαστικά μέσα από την επαναβεβαίωση της προτεραιότητας της Ελευθερίας ως τελικού σκοπού, πέρα από την κυριαρχία του στείρου οικονομισμού, απότοκου του φιλοσοφικού ωφελιμισμού. Την προτεραιότητα της ελευθερίας ως ηθική επιταγή της πολιτικής οικονομίας επαναφέρει το έργο του ριζοσπάστη οικονομολόγου Amartya Sen, ο οποίος τιμήθηκε με το Nobel Οικονομικών (1998) για το έργο του στα οικονομικά της ανάπτυξης και της ευημερίας (welfare economics). Στο έργο του Η Ανάπτυξη ως Ελευθερία, προχωρά πέρα από το κλασσικό επιχείρημα της αποτελεσματικότητας της ελεύθερης οικονομίας ως παράγοντα οικονομικής ευημερίας (effectiveness reason), στην αξιολόγησή της με βάση τη μεγιστοποίηση της ανθρώπινης ελευθερίας (evaluative reason). Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι, «η αξιολόγηση της προόδου πρέπει πρωταρχικά να γίνεται με κριτήριο το κατά πόσο ενδυναμώνονται οι ελευθερίες των ανθρώπων».


Ο Sen, επαναφέρει την «ηθική διάσταση» στην οικονομική επιστήμη. Είναι χαρακτηριστικό πως, ο ίδιος ο Sen δεν διστάζει να αναγνωρίσει τη συμβολή του φιλελεύθερου στοχαστή Friedrich von Hayek, στην οικονομική επιστήμη. Σε άρθρο του για το έργο του Hayek Ο Δρόμος προς τη Δουλεία σημειώνει πως, «το χρέος μας στον Hayek είναι ουσιαστικό. Βοήθησε να καθιερώσουμε μία μέθοδο αξιολόγησης βασισμένη στην ελευθερία, με την οποία κρίνονται τα οικονομικά συστήματα».


Στο πολιτικό επίπεδο, ο κορυφαίος πολιτικός φιλόσοφος John Rawls και η θεωρία του για την «αναδιανεμητική δικαιοσύνη» (distributive justice) προσφέρει την ηθική βάση νομιμοποίησης της παραπάνω σύνθεσης, όπως αναπτύσσεται στο γνωστό έργο του Θεωρία της Δικαιοσύνης. Για τον Rawls, η κατοχύρωση και διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών πρέπει να συνοδεύεται από την παράλληλη παρέμβαση υπέρ των λιγότερο ευνοουμένων και όχι κατ’ ανάγκη των ασθενέστερων ή των φτωχότερων. Πρόκειται δηλαδή για απομάκρυνση τόσο από τον οικονομικό ωφελιμισμό των συντηρητικών αλλά και νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων, όσο και τον εξισωτισμό (egalitarianism) της παραδοσιακής σοσιαλιστικής θεωρίας.


Ένα ενδεικτικό παράδειγμα των ορίων του κοινωνικού ωφελιμισμού, της αποτυχίας του κοινωνικού κράτους, καθώς και ένα εν δυνάμει πεδίο δράσης του προγράμματος μίας φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, θα μπορούσε να αποτελέσει το φαινόμενο της επονομαζόμενης «νέας ένδειας», δηλαδή εκείνων των στρωμάτων που στερούνται όχι μόνο οικονομικά αλλά και συμβολικά αγαθά, κάτι που τα καθιστά εκτός «συστήματος». Βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας και συνεπώς εκτός κράτους πρόνοιας, καθώς οι προτεραιότητες του καθορίζονται σε γενικές γραμμές από την ένταση/συνεννόηση κεφαλαίου-εργασίας και ως εκ τούτου στερούνται οργανωμένης εκπροσώπησης και υποστήριξης από το συνδικαλιστικό κίνημα. Πρόκειται για άτομα που συνθέτουν τις «μη-λίστες» της συγκεκαλυμμένης φτώχειας καθώς δεν καταγράφονται στις επίσημες στατιστικές.


Στις μέρες μας, η ευημερία του κοινωνικού συνόλου μοιάζει συχνά να οικοδομείται πάνω στα θεμέλια της περιθωριοποίησης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, μέσα από την δημιουργία των λεγόμενων «κοινωνιών των 2/3». Από την απομόνωση των ανέργων υπό το καθεστώς των ασφυκτικών ρυθμίσεων των αγορών εργασίας και των αποκλεισμό των αλλοδαπών από τους αυστηρούς μεταναστευτικούς νόμους, έως την καταδίκη στη μιζέρια του αγροτικού πληθυσμού του Τρίτου Κόσμου μέσα από τον περιορισμό του διεθνούς εμπορίου και την εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), συναντούμε ένα συνεχώς διευρυνόμενο υπο-προλεταριάτο ανθρώπων που στερούνται στοιχειώδη ατομικά δικαιώματα και οικονομικές ελευθερίες, δημιουργώντας μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της κοινωνικής συνοχής.


Η παγίωση-θεσμοθέτηση και η αναπαραγωγή σχέσεων ανισότητας, μέσα από διοικητικές ρυθμίσεις, σε βάρος των λιγότερο ευνοημένων συνιστά ανεπίτρεπτη παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων και μέγιστη κοινωνική αδικία. Η ενσωμάτωσή τους αποτελεί το μεγάλο στοίχημα για την οικονομική ευημερία, την αρμονική συνύπαρξη και την διεθνή ασφάλεια τον 21ο αιώνα.


7. Αντί επιλόγου


Ο Sen μας υπενθυμίζει εύστοχα πως, κανείς μέχρι σήμερα δεν κατάφερε να συνδυάσει επιτυχώς έστω δύο εκ των προτεραιοτήτων της οικονομικής αποτελεσματικότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και των ατομικών ελευθεριών. Τούτο αποτελεί ίσως την μεγαλύτερη πρόκληση της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας τον 21ο αιώνα.


Η μετάβαση από το κοινωνικό κράτος στη κοινωνία της πρόνοιας, τις βασικές κατευθύνσεις θα επιτρέψει – για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του γάλλου φιλελεύθερου διανοητή Guy Sorman – τη συμφιλίωση της ανάπτυξης με την αλληλεγγύη, δημιουργώντας κοινωνίες ευημερίας που διασφαλίζουν (και) την οικονομική αξιοπρέπεια των μελών τους.

Συνθέσεις όπως η παραπάνω ίσως να συμβάλουν σε αυτό που ο Wilhelm Röpke, εκ των θεωρητικών της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, αναφέρει ως την συνεννόηση ανάμεσα σε φιλελεύθερους και σε φιλελεύθερους σοσιαλιστές. Και ίσως κατορθώσουν να προσφέρουν μία ρεαλιστική ουτοπία (Giddens), όχι στη βάση απρόσωπων σχεδίων κοινωνικής μηχανικής, αλλά με επίκεντρο την Civitas Humana.



* Το κείμενο βασίζεται σε ερευνητική εργασία που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Εργαστηρίου Ευρωπαϊκής Ενοποίησης & Πολιτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

re-public

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Google+ Badge