Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Η περίπτωση Άυν Ραντ.


Η τύχη των διανοουμένων είναι στενά συνυφασμένη με τις εποχές: η επιτυχία, η διάρκειά τους, ο αντίκτυπος που έχουν οι ιδέες τους, η επικαιρότητα των απόψεών τους, όλα τούτα εξαρτώνται από τα γυρίσματα του καιρού, τα οποία μέσα από τις αλλαγές που επιβάλλουν ωθούν τα ανθρώπινα υποκείμενα να ταυτίζονται, ή να απωθούν τις εκάστοτε απόψεις. Η μεγάλη οικονομική κρίση έγινε υπεύθυνη για τέτοιες παλινορθώσεις, αποκαταστάσεις, εξοστρακισμούς και εξορκισμούς. Αίφνης, το 2008, επετειακό έτος του Τζ. Μ. Κέινς, οι ιδέες του επέστρεψαν στην επικαιρότητα - όταν το προηγούμενο διάστημα του άκρατου φιλελευθερισμού φαινόταν πως είχε επικρατήσει τελειωτικά ο ιδεολογικός του αντίπαλος Φ.Α. Φον Χάγιεκ: που με τη σειρά του είχε ανασυρθεί από τη λήθη που τον είχαν καταδικάσει οι κοινωνικές διεκδικήσεις ίσαμε την ανατολή του θατσερισμού.

Σήμερα, η ρεπουμπλικανική αντίδραση στην κεϋνσιανική, φιλοκρατιστική και φιλοκοινωνική ρητορεία της κυβέρνησης Ομπάμα-και πιότερο στην ουσιαστική αποτυχία της στο πρακτικό επίπεδο-βρίσκει κάρπιμα επιχειρήματα και ιδεολογικές βακτηρίες στο έργο μίας ιδιόμορφης μυθιστοριογράφου και διανοούμενης, της ρωσικής καταγωγής Άυν Ραντ. Αμφιλεγόμενη μορφή των αμερικανικών γραμμάτων, η Ραντ, γεννημένη το 1905 στην Αγία Πετρούπολη και από το ’26 ίσαμε τον θάνατό της το 1982 Αμερικανίδα πολίτης, είχε κατακτήσει την επιτυχία χάρις στα μυθιστορήματά της Fountainhead (1943) και ιδίως το Atlas shrugged (1957), ή στα δοκίμιά της όπως «Εισαγωγή στην Αντικειμενική Επιστημολογία» (1967), «Η Αρετή του Εγωισμού» (1964) και ιδίως στο «Για τον Νέο Διανοούμενο» (1961) στα οποία ενστάλαζε τη λυσσαλέα αντίθεσή της στην όποια μορφή κρατικής παρέμβασης στη ζωή και στη δραστηριότητα του ανθρώπου και στην ηθικολογία του αδύναμου, που χαλιναγωγεί την ελεύθερη ανάπτυξη του ρωμαλέου και σφριγηλού πνεύματος. Η νέα απήχηση που έχει η Ραντ στους νέους συντηρητικούς κύκλους είναι τόσο εκτεταμένη, που πρόσφατα οι Τάιμς της Νέας Υόρκης αναφέρθηκαν στο φαινόμενο της «Βεντέτας της Άυν Ραντ».

Η Ραντ, που αυτοαποκαλείτο «ριζοσπάστρια για τον καπιταλισμό» διαπρύσια στηλίτευε τις μυστικιστικές, φιλάνθρωπες και ιδεαλιστικές τάσεις των ανθρώπων, τον αλτρουϊσμό, την κοινοκτημοσύνη, και τα κατ’ αυτήν νοσηρά αποτελέσματά τους για την ελεύθερη προσωπικότητα, τον μηδενισμό και τον κρατισμό αντέτασσε μία δική της, νιτσεϊκής και υπερ-ωφελιμιστικής έμπνευσης, φιλοσοφία, την οποία η ίδια αποκαλούσε «αντικειμενισμό». Θεμέλιο για τη φιλοσοφία της είναι η ύπαρξη μίας «αντικειμενικής πραγματικότητας» και των «μοναδικών ατόμων» ` δεδομένα τούτα αδιάψευστα, που αντικρούουν αναντίρρητα την ιδεαλιστική διάκριση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη λογική. Όπως τονίζει στον Νέο Διανοούμενό της (Signet Book Ed., N.Y, 1963, σελ 37), η μεγάλη αποτυχία των φιλοσόφων (που η ίδια καταγγέλλει ότι ουδέποτε απομακρύνθηκαν από τον Μεσαίωνα (σελ 35) κι ούτε απέταξαν τη σκέψη του Τσαρλατάνου "Witchdoctor") υπήρξε η αδυναμία τους να θεμελιώσουν μία λογική κοινωνία με γνώμονα μία λογική ηθική.

Και καθώς η σχέση ανάμεσα στην ηθική και τη Λογική είναι αμοιβαία, το «καλό» δεν προκύπτει από κάποια υπερφυσική αρχή, ή τον αλτρουισμό των ιδεαλιστών “τσαρλατάνων” όπως ο Καντ, ο Χέγκελ, ή ο Μαρξ, αλλά θα πρέπει να αναγνωρίζεται στα πεπραγμένα που επιτρέπουν την ύπαρξη στο άτομο, ενώ το «κακό» είναι απεναντίας ότι καταστρέφει αυτή τη δυνατότητα. Συνεπώς, το μόνο θεμιτό στο άτομο είναι ο «λογικός εγωϊσμός». Στον ωφελιμισμό της Ραντ, η φροντίδα του κάθε ατόμου για την προσωπική του επιτυχία αποτελεί ηθική επιταγή για τον καθένα. Το πολιτικό σύστημα που υπηρετεί μία τέτοια προσωποπαγή τάση, οφείλει να διαφυλάσσει την ελευθερία και το δικαίωμα του ατόμου να ευημερεί κατά την προσωπική του δύναμη, και το οικονομικό πλαίσιο που αντιστοιχεί σε κάτι τέτοιο είναι ο καπιταλισμός: μία κοινωνία χωρίς αφεντικά και δούλους, αλλά συναλλασσόμενα άτομα, που εάν επιλέγουν βολονταριστικά να συνεργασθούν ο τελικός τους στόχος είναι η δική τους ωφέλεια.

Στο έργο της Ραντ (όπως στο Atlas Shrugged, όπου περιγράφεται μία ‘αντίστροφη’ απεργία, των παραγωγικών, φιλελεύθερων, τομέων κατά των γραφειοκρατών και εκσοβιετισμένων κρατιστών, με την περίφημη απολογία του πρωταγωνιστή Τζον Γκαλτ), αντανακλάται διάχυτα όλο το θεωρητικό υπόβαθρο της κυρίαρχης αμερικανικής αντίληψης για την ελευθερία του ατόμου, που ταυτίζεται με τον (σχεδόν αμοραλιστικό) ωφελιμισμό και τον απαραβίαστο (από τους άλλους και το κράτος) απομονωτισμό: τη λογική του αποίκου, που περιφράσσει την έκτασή του και δεν επιτρέπει την είσοδο σε κανέναν, αφιερώνοντας τη ζωή του στο σόδιασμα του πλούτου και στη μη απόδοση κανενός λογαριασμού. Ενός απομονωτισμού που καθαγιάσθηκε κατά την ιστορική πορεία του αμερικανικού έθνους - όσο που ο μεγάλος απολογητής του Φρανκ Χόντοροφ να γράφει το 1962 πως «ο απομονωτισμός δεν είναι πολιτική στρατηγική, αλλά φυσική στάση του ατόμου». Και μη λησμονούμε πως ένας ακραίος εκφραστής του υπήρξε - και θα ήταν εάν δεν άλλαζε τον ρου της ιστορίας η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου-και ο αλήστου μνήμης Τζορτζ Μπους.

Του Γιώργη-Βύρωνα ΔΑΒΟΥ

avgi

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Google+ Badge