Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Κλασικός και κοινωνικός φιλελευθερισμός.


Ο κλασικός φιλελευθερισμός, όπως ο σύγχρονος καπιταλισμός, υπήρξε δημιούργημα της ατομικιστικής κοσμοθεωρίας της Αναγέννησης και πρόταξε τις ιδέες της ατομικής ελευθερίας, της ισότητας ευκαιριών και του δικαιώματος ιδιοκτησίας, ενώ υποστήριξε την ελεύθερη αγορά, υιοθετώντας τις οικονομικές θεωρίες των Ρικάρντο (1772-1823), Ανταμ Σμιθ (1723-90) και του «Laissez faire».


Οι στόχοι, όμως, που έθεσε ο κλασικός φιλελευθερισμός αντιμετώπισαν τεχνικά εμπόδια για έναν λόγο: τον κοινωνικό αποκλεισμό των πτωχών που αρχικά δεν είχαν καν δικαίωμα ψήφου. Αφ' ετέρου όμως, η άσκηση κριτικής σκέψης, όπως αναπτύχθηκε με την ανάδυση του φιλελευθερισμού, ως τέκνου του Διαφωτισμού, έφερε στην επιφάνεια ηθικές και επιστημονικές αλήθειες.

Η ελευθερία λόγου και σκέψης έπαψε να αποτελεί πεδίο συγκρούσεων, με το μισαλλόδοξο θρησκευτικό κατεστημένο και τους κληρονομικώ δικαίω βασιλείς και κατέστη sine qua non στοιχείο στη χρήση της λογικής για το «κοινό καλό» μέσω της επιστημονικής προόδου. Χάρη στους κλασικούς φιλελεύθερους η ελευθερία αναγορεύθηκε πλέον σε υπέρτατο αγαθό, που όμως λίγο ή καθόλου άγγιζε τις κοινωνικά αποκλεισμένες λαϊκές τάξεις.

Αναπόφευκτα έτσι προκάλεσε ανάμικτα αισθήματα, για τα οποία ο κοινωνιολόγος Εμίλ Ντιρκάιμ (1858-1917) στη θεωρία του περί «ανομίας» στο βιβλίο «Le suicide» (1897) επισήμαινε πως η («οργανική») αλληλεγγύη, απαραίτητος όρος για να έχει η ζωή νόημα και τάξη, θρυμματιζόταν κάτω από το βαρύ πόδι του φιλελεύθερου βιομηχανικού Λεβιάθαν.


Οι κοινωνικές ανισότητες

Η Βιομηχανική Επανάσταση του 19ου αιώνα συνεπέφερε υπερπληθυσμό με οξέα κοινωνικά προβλήματα, ένεκα των οποίων ο Τόμας Μάλθους συνιστούσε δραστικό περιορισμό των γεννήσεων, οι δε «κλασικοί φιλελεύθεροι» του «Laissez faire» νόμιζαν ότι τα κοινωνικά προβλήματα θα επελύοντο χωρίς κρατική παρέμβαση, άποψη που επικράτησε και στον 20ό αιώνα με τους «οικονομικούς φιλελεύθερους» (το άλλο ρεύμα και συνέχεια του κλασικού φιλελευθερισμού), όπως οι Φρίντριχ φον Χάγεκ, Ρόμπερτ Νόζικ, Μίλτον Φρίντμαν κ.ά.

Ομως τον 19ο αιώνα η συγκέντρωση πληθυσμού στις πόλεις για εξεύρεση εργασίας συνεπέφερε άθλιες συνθήκες διαβίωσης για τους φτωχούς, ενώ η υπερπροσφορά εργασίας ευτέλισε τα ημερομίσθια των εργατών αλλά και των παιδιών που δούλευαν από 9 ετών, οδηγώντας το εργασιακό καθεστώς σε παραπέρα επιδείνωση και προκαλώντας έντονη λαϊκή οργή λόγω της στυγνούς εκμετάλλευσης των πολλών φτωχών από τους λίγους και πλούσιους.

Η εμφάνιση του κοινωνικού φιλελευθερισμού (τέλη 19ου αιώνα-αρχές 20ού) αποτελεί αντίδραση σε αυτή την αφόρητη κατάσταση πραγμάτων, λόγω της Βιομηχανικής Επανάστασης, της αλματώδους ανάπτυξης του καπιταλισμού και της επικράτησης του «Laissez faire», που οδήγησε στην απόλυτη εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων όπου αυτές δεν έπαιρναν ούτε ψίχουλα από τον κατά Σμιθ «Πλούτο των Εθνών».

Μέγας θεωρητικός του κλασικού φιλελευθερισμού υπήρξε τότε ο πολυγραφότατος Χέρμπερτ Σπένσερ (1820-1903) που πρόταξε την ιδεολογία του «κοινωνικού δαρβινισμού» με το σλόγκαν «ο καταλληλότερος θα επιβιώσει».

Ο Σπένσερ επανατοποθετεί τις βιολογικές παρατηρήσεις του Δαρβίνου περί προσαρμογής ζώντων οργανισμών στο κοινωνικό περιβάλλον που αφορά άτομα, κοινωνικές ομάδες, φυλές και έθνη. Η επιβίωση του καταλληλότερου υποδηλώνει ότι ο πλούτος αποτελεί σημάδι κοινωνικής υπεροχής, ενώ η απουσία του είναι ένδειξη αδυναμίας και κατωτερότητας.

Ο Βρετανός Κοινωνιολόγος Χέρμπερτ Σπένσερ επινόησε λοιπόν, τον όρο «Κοινωνικός Δαρβινισμός», υποστηρίζοντας ότι οι δυνάμεις της φυσικής επιλογής, που αποτελούν την κινητήρια δύναμη της εξέλιξης, ισχύουν -ή θα έπρεπε να ισχύουν- και στην κοινωνία των ανθρώπων. Ο Σπένσερ κωδικοποίησε τη φιλοσοφία του με φράση, την οποία αργότερα χρησιμοποίησε και ο ίδιος ο Δαρβίνος, που έγινε σύνθημα των υποστηρικτών του νεο-φιλελευθερισμού και της ελεύθερης αγοράς: «Επιβίωση των Ισχυρών».

Οταν οι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς «χαρακτηρίζουν το οικονομικό status quo αγώνα για επιβίωση, υποβιβάζουν τον Δαρβίνο σε δημιουργό πολιτικών σλόγκαν», λέει ο διευθυντής του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας της Γαλλίας, Γκυγιώμ Λεκουέντρ. Η θεωρία του Σπένσερ αντιστοιχεί στη «φυσική επιλογή» του Δαρβίνου σε κοινωνικό επίπεδο και στήριξε ιδεολογικά τον ιμπεριαλισμό, την αποικιοκρατία και τον ναζισμό με τις ολέθριες συνέπειές τους.

Οι τρεις κύριοι εκφραστές του κοινωνικού φιλελευθερισμού, Τόμας Γκριν (1836-82), Τζον Χόμπσον (1858-1940) και Λέοναρντ Χόμπχαους (1864-1929), επισήμαναν πρώτοι τις εγγενείς αδυναμίες του κλασικού φιλελευθερισμού και πρότειναν να ανατεθεί ουσιαστικότερος ρόλος στο κράτος ώστε να παρεμβαίνει χάριν μιας «κοινωνικής αρμονίας» βάσει δικαιότερης ανακατανομής του πλούτου.

Οι διαλέξεις του «ιδεαλιστή» Γκριν στην Οξφόρδη νοηματοδοτούν πλέον την ανάγκη μετασχηματισμού του βρετανικού κλασικού φιλελευθερισμού σε κοινωνικό φιλελευθερισμό όσον αφορά τις σχέσεις πολίτη-κράτους.

Ο Γκριν στηρίζει τη φιλελεύθερη θεωρία του σε τέσσερις βασικές έννοιες: α) Το κοινό καλό. β) Τη θετική θεώρηση της ελευθερίας. γ) Την ισότητα στις ευκαιρίες για πλούσιους αλλά και φτωχούς. δ) Και τον αυξημένο ρόλο του κράτους που οφείλει να παρεμβαίνει υπέρ των μη προνομιούχων.

Ο Χόμπσον, εξάλλου, φανατικός αντι-ιμπεριαλιστής, εμφανίζεται στην πολιτική σκηνή στην περίοδο του νεο-ιμπεριαλισμού (1880) όταν αρχίζει το «Africa scrabble», σταυροφορία-γιουρούσι στην Αφρική, όχι μόνο από μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες (Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία), αλλά και μικρές (Βέλγιο, Πορτογαλία) για την εκμετάλλευση χρυσού, ασημιού, διαμαντιών, χαλκού, καουτσούκ κ.λπ.

Ο Χόμπσον εξηγεί με σαφήνεια ότι: «Οι ρίζες του ιμπεριαλισμού δεν βρίσκονται σε κάποια εθνικιστική οίηση του λαού, αλλά στα ιδιοτελή συμφέροντα της καπιταλιστικής ολιγαρχίας. Ο ιμπεριαλισμός, περιττός και ανήθικος, εκμεταλλεύεται τον πλούτο για εξάπλωση αγορών κέρδους».

Ο Χόμπχαους, ο πρώτος καθηγητής της Κοινωνιολογίας στην Αγγλία, πρότεινε ελάχιστο εισόδημα για όλους. Για τον Χόμπχαους «η ελευθερία δεν είναι απλώς ένα ατομικό δικαίωμα, είναι προπάντων κοινωνική ανάγκη».


Οι τρεις στοχαστές συνέβαλαν να θεμελιωθεί ένα κράτος πρόνοιας στη Βρετανία. Το 1908 καθιερώνεται η σύνταξη γήρατος. Αλλά όπως στην Πρωσία το 1889, όταν ο τότε καγκελάριός της, Βίσμαρκ, χορήγησε σύνταξη γήρατος και αναπηρίας για να αποτρέψει την εξάπλωση του σοσιαλιστικού κινήματος, έτσι και στη Βρετανία το κυβερνών Φιλελεύθερο Κόμμα έλαβε ανάλογο μέτρο για να αποφύγει άνοδο των Εργατικών.

Ουσιαστικά, όμως, οι Εργατικοί ήταν που οικοδόμησαν το κράτος πρόνοιας (έκθεση Μπέβεριτζ και αγώνες του συνδικαλιστικού κινήματος, 1945). Στον 20ό αιώνα υπήρξαν πολιτικοί φιλόσοφοι στον κοινωνικό φιλελεύθερο χώρο, από τον Isaiah Berlin ώς τον Amartya Sen· σημαντικότερος όλων υπήρξε ο John Rawls με τη θεωρία περί δικαιοσύνης που προτείνει δύο αρχές διαφοροποίησης του κοινωνικού από τον οικονομικό φιλελευθερισμό: την αξιοκρατική αρχή («La carriere ouverte aux talents») και την «αρχή της διαφοράς»: «η ανισότητα επιτρέπεται μόνον εφόσον ευνοεί τους μη προνομιούχους».

Ουμανιστική μέση οδός

Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός θεωρείται πια ουμανιστική μέση οδός ανάμεσα στον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό και στον οικονομικά και πολιτικά καταπιεστικό σοσιαλισμό. Αυτό οφείλεται στην αντι-συγκρουσιακή τοποθέτησή του και την επιλογή της συναίνεσης και συνεργασίας.

Σε πολλές χώρες, αλλά και στη χαμηλών τόνων «Φιλελεύθερη Διεθνή» (ιδρύθηκε το 1947), συνυπάρχουν κάθε είδους φιλελεύθερα κόμματα κοινωνικά και οικονομικά. Και τα δύο όμως από το 1970 στοχαστικώς αναδιπλωθέντα «παραχώρησαν» τη θέση τους στον «νεοφιλελευθερισμό» με τις ώς τώρα ισχύουσες μονεταριστικές και αντικοινωνικές πολιτικές και την έντονη επιρροή του στην Κεντροδεξιά αλλά και την Κεντροαριστερά ώς σήμερα.

Υπάρχουν τώρα κόμματα ονομαζόμενα «κοινωνικά φιλελεύθερα» που συγκεντρώνουν όμως χαμηλά ποσοστά στις εκλογές, αλλά ενίοτε εξασφαλίζουν συμμετοχή σε κυβερνήσεις συνασπισμών επηρεάζοντας πολιτικές εξελίξεις. Τα οράματα των Γκριν, Χόμπσον και Χόμπχαους όμως για αναδιανομή του πλούτου δεν έγιναν ποτέ πράξη.

Τελικά ο όρος «Liberal», όπως στα ελληνικά ο όρος «Δημοκράτης», παρασημασιολογήθηκε και αναφέρεται σε ήθος και συμπεριφορά μάλλον παρά σε συγκεκριμένη πολιτική θέση. Ως καθαρά αστική ιδεολογία, μακριά από οιεσδήποτε εξεγέρσεις, διατήρησε έναν αξιοπρεπή αλλά ουδέποτε ανατρεπτικό-δημεγερτικό χαρακτήρα, γι' αυτό οι επαναστατημένες εργατικές τάξεις στράφηκαν στους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές, ιδίως μετά το 1945. Τώρα εάν οι δύο αυτοί τους πρόδωσαν -ο καθένας με τον τρόπο του- είναι μια άλλη ιστορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Google+ Badge