Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Φαινόμενο Dr. Jekyll and Mr. Hyde.


Ζούμε μια περίοδο κρίσης και παραμορφωτικών κατόπτρων όπου ο καθένας δημιουργεί μια πολιτική κίνηση. Μοιάζει λοιπόν, ως επιτακτική ανάγκη, εξαιτίας των καιρών να υπάρξουν ρεύματα και προσπάθειες ανασυγκρότησης. Κάποιες πιθανόν να ευοδώσουν και να αποτελέσουν την απαρχή μεγάλων αλλαγών και εξελίξεων. Κάποιες πάλι πιθανόν να αποτελέσουν μόνο το τελευταίο κρησφύγετο των ανθρώπων εκείνων που κινήθηκαν στο κέντρο του πυρήνα των σχέσεων με την διαπλοκή. Για να περιχαρακωθούν τα όρια των πολιτικών σχημάτων που θα δημιουργηθούν πιθανόν να υπάρξουν και αλλοιώσεις εννοιών και συμβόλων με σκοπό να φέρουν στα μέτρα τους έννοιες και κατακτήσεις.

Αν εξετάσουμε την σύγχρονη πολιτική ιστορία θα δούμε ότι δεν είναι πρωτοφανές φαινόμενο. Η μεταπολίτευση γέννησε πολιτικά σχήματα «τζεκυλ και χαιντ» που πρωταγωνίστησαν επί σειρά δεκαετιών στην πολιτική ζωή του τόπου. Παράδειγμα το ΠαΣοΚ του Ανδρέα που τότε δήλωνε πως, «Πρέπει να θέσουμε τέρμα στην εξάρτηση από το Πεντάγωνο των HΠA και από το NATΟ» κατέληξε να έχει ηγέτη τον Ε. Βενιζέλο και να συγκυβερνά με την νεολαϊκή δεξιά του Α. Σαμαρά εξυπηρετώντας τις επιταγές τις «γερμανικής» Ε.Ε.. Η απάντηση στο ερώτημα πως πήρε τέτοια τροπή το σοσιαλιστικό ΠαΣοΚ είναι απλή. Ο Ανδρέας κυβέρνησε δημιουργώντας μεν μεσαία τάξη, αλλά ταυτόχρονα έθετε την βάση για γενιές υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Χρησιμοποίησε τα Μ.Ο.Π. και το Α΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης για να δημιουργήσει μια πρόσκαιρη και εικονική ευμάρεια, αλλά την ίδια στιγμή ξεκλήριζε την πραγματική αγορά. Και αυτό γινόταν γιατί ο «σοσιαλιστικός αλτρουισμός» έβαλε την χώρα σε ένα φαύλο κύκλο δανεισμού. Τα πρώτα δάνεια δεν μπορούσαν να ξεπληρωθούν από τους φόρους μιας και η χώρα των υπεράριθμων δημοσίων υπαλλήλων και της γραφειοκρατίας είχε αποβιομηχανοποιηθεί ολοκληρωτικά. Οι τόκοι των δανείων δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν με αποτέλεσμα να σέρνεται η χώρα σε επαναδανεισμό. Η πολιτική σημαία του κινήματος, «Εθνική Ανεξαρτησία-Λαϊκή Κυριαρχία-Κοινωνική Απελευθέρωση» τελικά αποτέλεσε την λεοντή του κρατισμού και των πελατειακών σχέσεων. Στο μεγαλύτερο σύνολο του το κίνημα κατέληξε να αποτελεί το σπίτι κάθε άεργου τυχοδιώκτη που αναζητούσε την εύκολη λύση. Οι εξαιρέσεις ελάχιστες που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, ορισμένων ρομαντικών και πραγματικών αγωνιστών και ιδεολόγων.

Στον ίδιο παρανομαστή κινήθηκε και η «φιλελεύθερη» - λαϊκή – κεντροδεξιά παράταξη της Νέας Δημοκρατίας. Όπως προσδιόρισε ο ιδρυτής της, Κωνσταντίνος Καραμανλής, το ιδεολογικό στίγμα του κόμματος στο συνέδριο της Χαλκιδικής το 1979, η Νέα Δημοκρατία ασπάζεται τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό που αναγνωρίζει την ελευθερία της αγοράς με τη ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους χάρη της κοινωνικής δικαιοσύνης. Όμως, η θεσμική ασυνέχεια της παράταξης από την στιγμή που έγινε η πολιτική ομπρέλα θιασωτών της Χούντας, του Βασιλιά, της άκρας δεξιάς και πολλών άλλων, καθώς και η αλλοίωση του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού κατά Άνταμ Σμίθ οδήγησαν στην αποδυνάμωση των «χάρτινων» ισορροπιών. Κατά τον Άνταμ Σμίθ (1723-1790), στόχος του κράτους είναι να προστατέψει τους πλούσιους από τη βία και την αρπακτική διάθεση (rapacity) των φτωχών, διατηρώντας τη χρήσιμη ανισότητα στις περιουσίες, η οποία αναγκαία προκύπτει από τον διαφορετικό βαθμό εργατικότητας, ικανοτήτων και επιμέλειας των πολιτών. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως στον Πλούτο των Εθνών ρητά αναφέρει ότι η αναγκαιότητα της δημιουργίας διακυβέρνησης προκύπτει όσο αυξάνεται η κατοχή ιδιοκτησίας. Και τελικά εντός της γαλάζιας παράταξης η πλάστιγγα έγειρε υπέρ του ολοένα και μεγαλύτερου κρατικού παρεμβατισμού. Η σκέψη του Σμίθ ερμηνεύτηκε από αντίστροφη σκοπιά. Ο νεοδημοκρατικός πατερναλισμός με αφορμή την κοινωνική δικαιοσύνη επικράτησε και στραγγάλισε την ελεύθερη αγορά. Στην πράξη μια πολιτική και οικονομική σκέψη αποτέλεσε τον μανδύα για να ικανοποιηθούν οι ορέξεις των γαλάζιων παιδιών και μόνο. Η κρατική εξουσία και οι αυλικοί της υπερχρέωσαν την χώρα και αποδυνάμωσαν την αγορά. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η διακυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη που παρά τις όσες αξιόλογες προσπάθειες, το γερά ριζωμένο πελατειακό κράτος και οι συντεχνίες δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει το έργο του.

Και οι δυο παρατάξεις της μεταπολίτευσης προσπάθησαν να οριοθετήσουν το πολιτικό τους στίγμα. Οι πορείες τους παράλληλες, αλλά με κοινή κατάληξη. Ο κρατισμός. Οι σκέψεις τους και οι σχολές που ξεκίνησαν να υπηρετούν αλλοτριώθηκαν. Μοναδικός σκοπός έγινε η διατήρηση στην εξουσία και τα «δώρα» που αυτή φέρει.

Σήμερα η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Τα σημερινά κόμματα εξουσίας και όσα επιδιώκουν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο προσπαθούν να περιχαρακώσουν την θέση τους στον πολιτικό χάρτη. Η Ν.Δ. συνεχίζει απροκάλυπτα πια να υπηρετεί τον κρατισμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη προσπαθώντας να συσπειρώσει πολιτικά άστεγους αριστερούς κάνει άνοιγμα σε ολόκληρο εκείνο το φάσμα που προσδιορίζεται ως αριστερό. Από την άκρα αριστερά έως και την ανένταχτη αριστερά. Στην πραγματικότητα όμως στην προσπάθεια του να έχει ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της χώρας πέφτει στην παγίδα του λαϊκισμού και των εύκολων υποσχέσεων. Αποσκοπώντας να πάρει την τύχη της χώρας στα χέρια του μασκαρεύεται με τα χρώματα της σύγχρονης και ανανεωμένης αριστεράς, αλλά στην ουσία δημιουργεί τους δικούς του «πελάτες». Πρόσφορο έδαφος είναι φυσικό να βρίσκουν παλαιά στελέχη της «αριστεράς» που υπηρέτησαν στην πραγματικότητα τον κρατισμό, την γραφειοκρατία, το πελατειακό κράτος και δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με οποιοδήποτε ιδεολογικό υπόβαθρο.

Πολλοί επαναλαμβάνουν την αγωνία τους για το πολιτικό κενό που έχει δημιουργηθεί από την αποδυνάμωση του ΠαΣοΚ. Και αναζητούν σχήματα που θα αποτελέσουν την αφετηρία για την αναγέννηση της «κεντροαριστεράς». Μάλιστα στην προσπάθεια τους αυτή εξισώνουν έννοιες όπως «δημοκρατική παράταξη» με «κεντροαριστερά». Ουσιαστικά όμως δεν υπάρχει κάποια πολιτικό κενό στον συγκεκριμένο χώρο, αφού πολύ καλά υπηρετείται ο κρατισμός τόσο από την ΝΔ. όσο και από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για πολιτικά άστεγους κρατιστές που δεν θέλουν να ενταχθούν στον ΣΥΡΙΖΑ που ήδη έχει εκτεθεί αρκετά, αλλά μέσα από ζυμώσεις να προκύψει μια πρόταση διακυβέρνησης που θα καλύπτει τον χώρο του λεγόμενου μεταρρυθμιστικού κοινωνικού φιλελευθερισμού μέχρι και την κεντροαριστερά.

Φαίνεται πως πάντοτε πρέπει ο κρατισμός να έχει πολιτικό μανδύα για να μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο. Είτε είναι γαλάζιος, είτε είναι κόκκινος, ανεξάρτητα από την απόχρωση που θα έχει δεδομένου των απαιτήσεων των καιρών, στην πράξη αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη και την ελευθερία του ανθρώπου. Ζει παρασιτικά από το άτομο και διογκώνεται όσο καταφέρνει να επιβιώσει. Ο πολιτικός μανδύας είναι ένα κόλπο που παραπλανά τους αφελείς και τους ρομαντικούς. Η εκάστοτε ιδεολογία χρησιμοποιείται από τους κρατιστές για να υπηρετήσουν το συμφέρον τους και τίποτε παραπάνω. Καταλήγουμε λοιπόν στο εξής συμπέρασμα. 


Αφού εξ αρχής δεν είναι ευδιάκριτα τα κίνητρα των οποιονδήποτε πολιτικών σχημάτων και καταλήγουμε να συναντάμε το φαινόμενο «δρ. τζέκυλ και μιστερ χαίντ» - άσχετα με το πώς έχουν αυτοπροσδιοριστεί ιδεολογικά, το ερώτημα δεν είναι ποια ιδεολογία υπηρετούν και τι απόχρωση έχουν. Το ερώτημα που πρέπει να υπάρχει στο μυαλό κάθε πολίτη ώστε να βγούμε από αυτόν τον φαύλο κύκλο είναι αν η πολιτική και οικονομική τους φιλοσοφία υπηρετεί το κράτος και τους αυλικούς του ή υπηρετεί τον ορθολογισμό, την ελευθερία του ανθρώπου, της αγοράς χωρίς κηδεμονίες και την δημιουργική πρωτοβουλία. Όλες οι θεωρίες θα κριθούν με την εφαρμογή τους, όμως σώφρον είναι να διέπονται από αρετές όπως ο Ορθολογισμός, η Δικαιοσύνη, η Ανεξαρτησία, η Ακεραιότητα, η Παραγωγικότητα και η Υπερηφάνεια. Μόνο εάν απαγκιστρώσουμε την σκέψη μας από τον πολιτικό μας μικρόκοσμο θα κατορθώσουμε να δώσουμε ένα καλύτερο μέλλον στον καθένα από εμάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Google+ Badge