Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καπιταλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καπιταλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Κράτος και Κρατισμός




1- Η άνοδος της ασημαντότητας που σωστά προέβλεψε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, στηρίζεται, αφενός στην ευκολία των συγχύσεων που πυροδοτεί η παντοκρατορία της εικόνας πάνω στο λόγο και αφετέρου, στη διάλυση των δημόσιων χώρων. Το κεφαλαιώδες θέμα της διαλύσεως του δημόσιου χώρου το έχω επισημάνει ήδη και ευτυχώς, προστίθεται σε άλλες εγκυρότατες φωνές, όπως αυτή του Δημήτρη Τσάτσου, που από χρόνια επισημαίνει, με παρεμφερείς όρους, την ιδιοποίηση της πολιτικής.

2- Υπάρχει ένα ζήτημα στο οποίο η σύγχυση εννοιών και λειτουργιών, συναντά τη διάλυση του δημόσιου χώρου και αυτό είναι η σχέση του κράτους με τον κρατισμό. (Ι) Η αναγέννηση της συλλογικότητας: δημόσιος χώρος, γενικό συμφέρον, Κράτος

3- Τι είναι όμως δημόσιος χώρος; Είναι οι ελεύθερα προσβάσιμοι χώροι, με ελεύθερη συμμετοχή, στους οποίους εξυπηρετούνται το γενικό συμφέρον ή συλλογικά συμφέροντα, με ιδέες ή πράξεις των συμμετεχόντων. Ο δημόσιος χώρος είναι δηλαδή άρρηκτα συνδεδεμένος με τη συμμετοχή, τη συλλογικότητα – και έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κοινωνικών δεσμών. Η ανάπτυξη νέων συλλογικοτήτων είναι αυτή που εγγυάται την οριοθέτηση του ανταγωνισμού των ατομικών συμφερόντων και του ατομισμού, την ισονομία, την ισηγορία, την προστασία των αδυνάτων, την προστασία δημόσιων αγαθών (όπως το περιβάλλον), είναι αυτή που εγγυάται τη λειτουργία του ατόμου εντός κοινωνίας και είναι, τέλος, αυτή που έχει ως σκοπό την αυτονομία – συλλογική και ατομική – όχι όμως την ιδιοτέλεια.

4- Ο «φιλελεύθερος κοινωνισμός», ο ανθρωπιστικός φιλελεύθερος σοσιαλισμός, εκφράζει ακριβώς αυτό: την αυτοδιάθεση ενός συνόλου που έχει σκοπό την πραγμάτωση κάποιου γενικού σκοπού, του δημόσιου συμφέροντος. Και θέλω εδώ να επικαλεστώ την παράδοσή μας και να επισημάνω ότι στην αρχαία πολιτεία, στην οποία κυριαρχούσε ο πολίτης έναντι του ατόμου, ο «ιδιώτης» είχε την έννοια του ανόητου, ήταν όρος που εξέφραζε απαξία έναντι της σύλληψης του πολίτη ως κοινωνικού έλλογου όντος. Μια κυρίαρχη και επίκαιρη κοινωνική διάκριση δηλαδή είναι σήμερα μεταξύ αυτών που προκρίνουν τη «λογική της πάρτης μου» έναντι αυτών που υπηρετούν τη λογική του «ενδιαφέροντος για το σύνολο και δια του συνόλου», μεταξύ των πολιτών και των ατόμων, μεταξύ αυτών που προκρίνουν την ελευθερία εντός της δικαιοσύνης και εκείνων που την αντιλαμβάνονται απόλυτα, μεταξύ της συλλογικότητας ή του ατομισμού. Που αντιλαμβάνονται την πρόοδο ως κατάκτησή τους σαν μέλη συνόλου και όχι ως ατομική κατάκτηση. Αυτοί συμμερίζονται αυτό που και η Χ. Άρεντ είχε επισημάνει ως προς την ταυτότητα του ατόμου, ότι δεν είναι δηλαδή νοητή εκτός συνόλου. Και αυτή η διάκριση επανοηματοδοτεί στον πυρήνα της κατά τη γνώμη μου τη σύγχρονη αντίληψη περί δεξιάς και αριστεράς. του Παν/μίου Αθηνών.

5- Στην κορυφή των συλλογικοτήτων – και θα έλεγα ο θεσμός που κυριάρχησε και κυριαρχεί στη σύγχρονη εποχή την οποία και χαρακτηρίζει – είναι το Κράτος. Οι αντιλήψεις για το Κράτος (ως προς το ρόλο και τις λειτουργίες του) είναι πολλές και φυσικά δεν υπάρχει εδώ χώρος για μια τέτοια συζήτηση θεωριών του Κράτους. Εκτός από την κυρίαρχη ακόμη θεσμική θεώρηση, για το Κράτος υπάρχουν πλουραλιστικές αντιλήψεις όπως αυτή του Dahl, ή προτάσεις για τον επανακαθορισμό της δημόσιας σφαίρας του Habermas ως ενδιάμεσος χώρος επικοινωνίας μεταξύ Κράτους και κοινωνίας των πολιτών, κ.λπ.

6- Αυτό όμως που αξίζει εδώ να επισημανθεί είναι ότι το Κράτος, που υπέστη οξύτατη κριτική τα τελευταία χρόνια, το Κράτος που βρέθηκε σε κρίση λόγω της παγκοσμιοποίησης, έχει αναγεννηθεί. Και από τη λογική της ελαχιστοποίησής του, που υπαγορεύει ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός, κατευθυνόμαστε στον επανακαθορισμό των δημόσιων αγαθών, πολιτικών και λειτουργιών και στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας του, που υιοθετεί ο πολιτικός πραγματισμός. Το κράτος και ο δημόσιος χώρος, ανασυντίθενται. Η τάση αυτή, της αυξανόμενης σημασίας του Κράτους, επισημαίνεται από προσωπικότητες που δεν τους βαρύνει η υποψία για φιλοκρατισμό ή συγκεντρωτισμό, όπως ο κριτικός φιλελεύθερος Σόρος ή ο νεοσυντηρητικός Φουκουγιάμα.

7- Είναι εξάλλου χαρακτηριστική η περίπτωση της Αγγλίας όπου, αντίθετα με την κοινή πρόσληψη και όσα αβασάνιστα συχνά λέγονται, μια προσεκτική ματιά φανερώνει ότι ο Μπλερ έκτισε ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος και μάλιστα εκτεταμένο, άλλης όμως λογικής, πάνω στις τομές του Θατσερισμού, επιτυγχάνοντας έναν συνολικό κοινωνικό εκσυγχρονισμό.

(ΙΙ) Ο κρατισμός ως ανελευθερία και συντηρητική νοοτροπία

8- Πιστεύω ότι κάθε θεσμός, κάθε οργανισμός, έχει την τάση να αναπτύσσει κοινωνική στρέβλωση. Και στην περίπτωση του Κράτους, η στρεβλή ανάπτυξή του είναι ο κρατισμός. Η σύγχυση όμως Κράτους ως ύψιστου συλλογικού θεσμού και κρατισμού ως παραμορφωτικής λειτουργίας, που επιχειρείται, ορισμένες φορές εκ του πονηρού, για να περισταλεί το Κράτος στην εγγυητική του λειτουργία, είναι απαράδεκτη.

9- Τι είναι όμως ο κρατισμός; Η έννοια είναι σύνθετη και καλύπτει, κατά τη γνώμη μου, νοοτροπία και στόχο. Ο κρατισμός ως στόχος είναι η ιδιοποίηση του δημόσιου χώρου. Ιδιοποίηση είναι η κατάληψη θεσμού γενικού συμφέροντος και η χρήση του για ιδιοτελείς σκοπούς ατόμου ή ομάδας. Η ιδιοποίηση είναι πολύμορφη και εκφράζεται και με τη γραφειοκρατία, τον κομματισμό, κ.λπ. Το κύριο γνώρισμα είναι ότι η συμμετοχή στη λειτουργία της πολιτείας μετατρέπεται σε μονοπώλιο ιδιοτελούς εξουσίας. Με τη διάλυση του δημόσιου χώρου και την ιδιοποίησή του, το γενικό συμφέρον καθίσταται κόμβος συναλλαγής, σημείο συνάντησης διακυβέρνησης και διαπλοκής.

10. Ο κρατισμός ως νοοτροπία, είναι ευρύτερο φαινόμενο που επιδρά στην πολιτισμική νοοτροπία. Είναι η παθητική στάση των πολιτών που αναζητούν το βόλεμά τους στο Κράτος, που αναπτύσσουν νοοτροπία βολέματος, που υπερνικούν τους φόβους και τις αβεβαιότητές τους με μια θέση στον ήλιο του δημοσίου. Ο κρατισμός ως νοοτροπία, εκφράζει τη σιγουριά χωρίς ρίσκο, την προαγωγή χωρίς ιδρώτα, την επικράτηση του «κονέ» σε βάρος της αξίας. Με μια κουβέντα, εκφράζει ένα μέρος του παρασιτισμού.

Ο κρατισμός στηρίζεται στη φοβία, περιορίζει την αυτονομία του ατόμου, ρημάζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, υποσκάπτει τους κανόνες και τις αξίες, υποθηκεύει την αξιοκρατία, δε στηρίζει την κοινωνική αναδιανομή εισοδημάτων και την ισότητα δικαιωμάτων και δυνατοτήτων. Το κυριότερο όμως αποτέλεσμα της κοινωνικά εγκληματικής του δράσης είναι ότι οργανώνει την φαυλότητα και αποστερεί από το έθνος την αυτοπεποίθησή του. Συγκροτεί πολιτισμικά μια αντικοινωνική νοοτροπία, μια νοοτροπία περί μη τηρήσεως κανόνων που υποθάλπει τη διαφθορά. Συντηρεί κανόνες δύο ταχυτήτων και πλήττει καίρια την ισονομία και την ισοπολιτεία.

Πολλές φορές υπάρχει σύγχυση. Καταγγέλλουμε το Κράτος και εννοούμε τον κρατισμό. Αυτό που είναι κρίσιμο, είναι, συνεπώς, να διαχωρίσουμε τον κρατισμό από το Κράτος και να πούμε όχι στον κρατισμό και ναι στην αναμόρφωση του Κράτους, στην ανασύνθεση του δημόσιου χώρου και στη συμμετοχή των πολιτών στην πολιτεία μας. Η σύγχρονη δημοκρατία δεν υπάρχει χωρίς σύγχρονους δημόσιους χώρους. Η πρόοδος δεν επιτυγχάνεται εάν δεν απαλλαγούμε από τις δυνάμεις της καθυστέρησης και των οργανωμένων ιδιοτελών συμφερόντων, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται ο κρατισμός ως νοοτροπία και ως πράξη.

του Χάρη Παμπούκη,

liberalsocialism

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Η χρησιμότητα της θεωρίας του JMK, για την πτώση της Μ & APC. Η ανισοκατανομή του εισοδήματος και η ανάγκη για την "ευθανασία των εισοδηματιών.

Η επίμονη περιδίνηση στην οποία έχει περιέλθει ο σύγχρονος γραφειοκρατικός καπιταλισμός έχει καταστήσει, ξανά, επίκαιρο τον John Maynard Keynes και τον πυρήνα της θεωρίας του, για την πτωτική πορεία της συναθροιστικής κατανάλωσης, ως προϊόν των παθογενειών του συστήματος διανομής/κατανομής του εισοδήματος, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και ομάδες που συναρθρώνουν τα κοινωνικά μορφώματα και οι οποίες συμμετέχουν, στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος και για την ανάγκη ανάταξης και επαναφοράς της συναθροιστικής κατανάλωσης/ζήτησης, σε θετικούς ρυθμούς, προκειμένου να επανέλθει η οικονομία σε αναπτυξιακή τροχιά. Η εκτεταμένη χρήση των κεϋνσιανών μεθόδων και πρακτικών, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, έκανε πολλούς να πιστέψουν ότι τα πράγματα είχαν εισέλθει σε μια τέτοια τροχιά (και όντως είχαν εισέλθει, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980), έτσι ώστε το καπιταλιστικό σύστημα, είχε καταφέρει την αέναη τροφοδότηση της κατανάλωσης, σε τέτοιο σημείο, που να έχει γίνει, περίπου, αδιάφορη, ή άνευ ουσιαστικής σημασίας, η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος, ανάμεσα στις εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού, αφού τα σύγχρονα μέσα προώθησης της κατανάλωσης (marketing, τεχνικές των πωλήσεων κλπ) εξασφάλιζαν ότι η συνολική κατανάλωση θα είχε μια, περίπου, διαρκή και αδιάπτωτη ανοδική πορεία και θα ήταν το υπόβαθρο, γι' αυτό που ονόμασαν, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990, "αειφόρα ανάπτυξη", η οποία θα εξασφάλιζε την ανοδική πορεία της παραγωγής και θα δάμαζε το φαινόμενο των απρόβλεπτων και απότομων διακυμάνσεων του οικονομικού κύκλου, όπως διακήρυσσαν οι "κορυφές" της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης (από τον Robert Lucas, μέχρι τους Alan Greenspan και Ben Bernanke).


1960 - 2009 Ελλάδα : Οι δείκτες Gini και S80/S20 δείχνουν την σταθερά ανοδική πορεία της ανισοκατανομής του εισοδήματος στην χώρα.
[Ο δείκτης Gini αποτελεί μέτρηση της ισοκατανομής του εισοδήματος στον πληθυσμό μιας χώρας. Στην ιδεατή περίπτωση που το εισόδημα είναι απόλυτα ισοκατανεμηνένο, παίρνοντας οποιοδήποτε 10% του πληθυσμού, θα βρούμε ότι αυτό λαμβάνει το αντίστοιχο 10% του συνολικού εισοδήματος και ο συντελεστής ισούται με το 0. Στην αντίθετη ιδεατή περίπτωση, όπου ένα άτομο κατέχει το σύνολο του εισοδήματος της χώρας, ο συντελεστής ισούται με το 1. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι στον Πίνακα (Δείκτη) Gini, όσο μεγαλύτερη είναι η τιμή του συντελεστή (όσο περισσότερο τείνει προς την μονάδα), τόσο μεγαλύτερη είναι η ανισοκατανομή του συνολικού εισοδήματος σστον πληθυσμό. Ο δείκτης S80/S20 είναι συμπληρωματικός δείκτης ανισοκατανομής του εισοδήματος και εξετάζει το μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού, προς το φτωχότερο 20%, μετρώντας πόσες φορές μεγαλύτερο είναι το εισόδημα του πλουσιότερου 20% από το αντίστοιχο φτωχότερο 20%.]

Και οι δύο πίνακες, που είναι συντριπτικοί, ελήφθησαν από το Υπουργείο Οικονομικών και είναι προφανώς, αναξιόπιστοι, αφού τα πραγματικά μεγέθη της ανισοκατανομής του εισοδήματος στην ελληνική κοινωνία είναι μεγαλύτερα, όπως και η απόσταση, ανάμεσα στο πλουσιότερο και το φτωχότερο 20% του ελληνικού πληθυσμού είναι πολύ μεγαλύτερη. Παρ' όλ' αυτά, οι δείκτες αυτοί έχουν μια αρκετά μεγάλη αξία, φυσικά, ως προσεγγίσεις και τάσεις και όχι, ως απόλυτοι αριθμοί...


Αυτή η πεποίθηση έδωσε ώθηση στην πολιτική της αλματώδους (εκθετικής θα μπορούσε κάποιος να πει) διεύρυνσης των εισοδηματικών ανισοτήτων, υπέρ των πλουσιότερων τμημάτων του πληθυσμού, η οποία πολιτική καλύφθηκε ιδεολογικά, μέσω της επικράτησης των νεοφιλελεύθερων ιδεών της "τόνωσης της προσφοράς", που στην πράξη διεύρυναν, κυρίως από την δεκαετία του 1980 (και με αυξανόμενους, έως ιλιγγιώδεις ρυθμούς, κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000), χασματικά την εισοδηματική ανισοκατανομή σε παγκόσμιο επίπεδο - όπως και στην Ελλάδα, αν και εδώ η εξέλιξη ήταν περισσότερο πολύπλοκη και δεν ακολούθησε την γραμμική εξέλιξη των άλλων χωρών του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.


Αυτή, λοιπόν, ήταν η πεποίθηση, την οποία η μεγάλη ύφεση του 2008 και η κατακρήμνιση της παγκόσμιας κατανάλωσης (που υπήρξε προϊόν της τεράστιας ανισοκατανομής του παγκόσμιου εισοδήματος και της κατάρρευσης του συστήματος, που επέβαλε η μπατιροτραπεζοκρατία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου) ήλθε να διαψεύσει παταγωδώς. Αυτή η τεράστια ανισοκατανομή του εισοδήματος συνέβαλε στην εκδήλωση και στην επιδείνωση της ανισορροπίας ανάμεσα στο ισοζύγιο της αποταμίευσης και της επένδυσης στις πλουσιότερες χώρες με αποτέλεσμα την αύξηση του δημόσιου και του ιδιωτικού δανεισμού (εσωτερικού και διεθνούς), αφού οι φτωχοί και οι μεσαίες τάξεις δανείστηκαν από τους ξένους και τους πλουσιότερους δανειστές (στην Ελλάδα οι εξελίξεις στον ιδιωτικό δανεισμό υπήρξαν ηπιότερες από τις άλλες αναπτυγμένες χώρες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού).

Προφανής λύση της παρούσας εμπλοκής στην οποία εισήλθε το σύστημα, εξ αιτίας της ασυδοσίας του χρηματοπιστωτικού τομέα και της ελίτ του, είναι η αποκατάσταση μιας στοιχειώδους ισότητας στην κατανομή του εισοδήματος, με μια ριζική ανακατανομή του, υπέρ των κατώτερων εισοδηματικών κατηγοριών, μαζύ με την επιβολή ελέγχων στο ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, στις πρακτικές των ελίτ του και στην κεϋνσιανή "ευθανασία των εισοδηματιών", όπως έχει προτείνει, ήδη, από το 1924 ο Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς.


Με τον πυρήνα της θεωρίας του Κέϋνς και με την επικαιρότητα αυτής της θεωρίας, υπό το φως των παρουσών επίμονων υφεσιακών εξελίξεων, στον μοντέρνο γραφειοκρατικό καπιταλισμό της εποχής μας, οι οποίες στον χώρο της ευρωζώνης και ιδιαίτερα στην Ελλάδα τείνουν να λάβουν έναν κρισιακό χαρακτήρα, ασχολείται το παρακάτω πρόσφατο κείμενό μου το οποίο αξίζει να διαβαστεί :


"Ο σύγχρονος γραφειοκρατικός καπιταλισμός, σίγουρα, βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο της παραπέρα εξέλιξής του. Οι αντοχές του θα δοκιμασθούν για μία ακόμη φορά, όπως συνέβη κατά την δεκαετία του 1930 και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που έδωσε λύση στα προβλήματα, που προέκυψαν από την μεγάλη κρίση του συστήματος, η οποία - καθόλου τυχαία - ήταν προϊόν των χαοτικών χρηματοπιστωτικών αδυναμιών του, όπως και σήμερα.


Η διαφορά, ανάμεσα στις δύο εποχές βρίσκεται στο γεγονός ότι τώρα ο σύγχρονος γραφειοκρατικός καπιταλισμός έχει τα κεϋνσιανά μακροοικονομικά εργαλεία, για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, ενώ κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1930 δεν τα είχε. Έπρεπε να τα δημιουργήσει και να τα αποδεχθεί (κάτι που, όπως αποδείχτηκε, δεν ήταν εύκολο, αφού έπρεπε να έλθει ο πόλεμος, για να παρακαμφθούν όλες οι αντίρροπες δυνάμεις και οι αντιδράσεις, που απέτρεπαν την εφαρμογή της κεϋνσιανής θεωρίας).

1960 - 2009 : Η Εισοδηματική κατανομή στην Ελλάδα, ανάμεσα στο πλουσιότερο 20% του πληθυσμού και στο αντίστοιχο φτωχότερο 20%, σύμφωνα με τον πίνακα S80/S20, δείχνει την ολοένα και αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στα δύο αυτά τμήματα του πληθυσμού - πάντοτε, βέβαια, υπέρ του πλουσιώτερου 20%. Οι ρυθμοί απόκλισης ανάμεσα στα εισοδηματικά μερίδια των δύο αυτών τμημάτων, λαμβάνουν ιλιγγιώδη διάσταση, κατά την περίοδο της δεκαετίας του 1990, ιδίως από το 1997 (δηλαδή κατά την άθλια περίοδο της "εκσυγχρονιστικής"/"ευρωπαϊστικής"/κοσμοπολίτικης σημιτικής διακυβέρνησης και της φιλελευθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας,), με μια μικρή βελτίωση, υπέρ του φτωχότερου 20% του πληθυσμού της χώρας, μετά την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη (δηλαδή κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από την "φιλελεύθερη" κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή). Με δεδομένο το τεράστιο ύψος του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο μετατρεπόμενο από δραχμικό χρέος, σε χρέος σε ευρώ, κατέστη αδύνατο να αποπληρωθεί αυτοδυνάμως από την ελληνική οικονομία και με δεδομένη την αδυναμία και ανικανότητα της κυβέρνησης του ευήθους ΓΑΠ να διαπραγματευθεί, η παρούσα εξέλιξη ήταν απολύτως φυσιολογική...


Βέβαια, σήμερα η αντιμετώπιση των προβλημάτων που έθεσαν, αφ' ενός μεν, η παγκοσμιοποίηση και η σύστοιχη αποδιοργάνωση των δημοσίων ελέγχων πάνω στα εθνικά και τα διεθνή χρηματοπιστωτικά συστήματα και αφ' ετέρου δε, η τεράστια ανισοκατανομή στα εισοδήματα, που επισυνέβη, αρχής γενομένης από την δεκαετία του 1980 και με ακραία επιταχυνόμενο ρυθμό, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, καθίσταται δύσκολη, λόγω των μεγιστοποιημένων αγκυλώσεων του συστήματος, που εντοπίζονται στις αντιδράσεις εκείνων που έχουν συμφέρον να μην αλλάξουν τα πράγματα και οι οποίοι, φυσικά έχουν ονοματεπώνυμο : Είναι οι εθνικές και διεθνείς χρηματοπιστωτικές ελίτ του επίσημου και του σκιώδους τραπεζικού συστήματος και οι πάσης φύσεως ραντιέρηδες - οι εισοδηματίες, που ζουν και τζογάρουν με τις αποταμιεύσεις, δηλαδή τα προς δανεισμό κεφάλαια, τα οποία συμποσούνται γύρω στα 1400 τρισεκατομμύρια δολλάρια και επιζητούν κεφαλαιακές αποδόσεις της τάξεως του 4%, ή του 5%, ή του 6% και ακόμη περισσότερο, από ένα παγκόσμιο ΑΕΠ το οποίο μετά βίας το 2010 έφθασε στα 75 τρισεκατομμύρια δολλάρια. Φυσικά, αυτό φαίνεται ότι είναι (και είναι) αδύνατο να συμβεί. Αλλά κάτι τέτοιο δεν αποτρέπει τους έχοντες συμφέρον να επιδιώκουν την πραγματοποίηση των επιδιώξεών τους, έστω και αν αυτές "μετριασθούν" κάπως.

Αυτά τα συνασπισμένα συμφέροντα, τα οποία βρίσκονται σε άκρως σημαντικές θέσεις εξουσίας και προσδιορίζουν την ακολουθητέα νομισματική πολιτική, ως παραγωγοί και ρυθμιστές των ροών του χρήματος, προβάλλουν και θα εξακολουθήσουν να προβάλλουν, όσο μπορούν και όσο τους επιτρέπεται (και θα μπορούν και θα τους επιτρέπεται, όσο ελέγχουν την πολιτική ελίτ των κυριότερων γραφειοκρατικών κρατών του πλανήτη, την οποία έχουν υπαλληλοποιήσει, ελέγχοντας έτσι και την δημοσιονομική πολιτική των κρατών) αντίσταση στις αναγκαίες αλλαγές και δεν θα επιτρέψουν να τεθεί υπό αμφισβήτηση η κυριαρχία τους, δηλαδή η ανεξέλεγκτη και χωρίς ξένη κηδεμονία, λήψη των αποφάσεων στον χώρο τους, από τις ίδιες τις εν λόγω χρηματοπιστωτικές ελίτ και η κατοχή του πλούτου τους, ο οποίος έχει σωρευθεί (έστω και ως χάρτινος πύργος). Αυτή η κατάσταση, φυσικά, θα εντείνει τις αγκυλώσεις του συστήματος, το οποίο ήδη έχει περάσει, από την έλευση της βαθιάς ύφεσης του 2008, σε μια φάση παρατεταμένης αστάθειας και θα το οδηγήσει σε διάφορα αδιέξοδα, τα οποία μπορεί να αποδειχθούν προσωρινά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα είναι οδυνηρά - όπως αυτό που τώρα ζει η ευρωζώνη και ειδικά η χώρα μας.



Στην ουσία, όμως, αυτή η μάχη που δίνουν οι χρηματοπιστωτικές ελίτ, φαίνεται ότι είναι μια μάχη οπισθοφυλακών, που δεν μπορεί να αποτρέψει το μοιραίο. Και το μοιραίο, γιʼ αυτές τις ελίτ, συνοψίζεται στην «ευθανασία των εισοδηματιών», για την οποία μίλησε, ήδη, από το μακρινό 1924 ο Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς, ο οποίος είχε, από τότε, αντιληφθεί τον καταστροφικό ρόλο των ραντιέρηδων και την αντίστοιχη αδυναμία ομαλής λειτουργίας, που επιφέρει στο καπιταλιστικό σύστημα, ως ζωντανού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, σε επίπεδο παραγωγής, η αποδιοργανωτική δομή του ανεξέλεγκτου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το συμπέρασμά του, λοιπόν, εκείνη την εποχή, συνοψίστηκε στο ότι το καπιταλιστικό σύστημα – το οποίο εκείνη την εποχή μετεξελισσόταν, αθόρυβα, από την ακροτελεύτεια εκδοχή του κλασσικού καπιταλισμού (δηλαδή από τον ολιγοπωλιακό καπιταλισμό), σε αυτήν την μορφή που και τώρα γνωρίζουμε, ήτοι τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό των τεχνοδομικών ελίτ – για να μπορέσει να λειτουργήσει πρέπει να προχωρήσει στην πληθωριστική απαξίωση των χρηματικών περιουσιακών στοιχείων των ραντιέρηδων του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δηλαδή στην ευθανασία των εισοδηματιών δια του πληθωρισμού.


Αυτή η ξεχασμένη – ή αποσιωπούμενη - από την μεγίστη πλειοψηφία των οικονομολόγων και όλων των σχετικών αναλυτών, τοποθέτηση του μεγάλου Βρετανού και πολιτικά συντηρητικού οικονομολόγου (που έθετε στο πυρ το εξώτερο τους εισοδηματίες - και τις ελίτ που διαχειρίζονται τις χρηματικές τους περιουσίες -, οι οποίοι, υπό την μορφή των επενδυτών οδηγούσαν το καπιταλιστικό σύστημα από ύφεση σε ύφεση και από κρίση σε κρίση και εν τέλει στον χαμό, δια της ανεξέλεγκτης και άφρονος χρήσεως των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων, με καταστροφικές επιπτώσεις, για το σύστημα, οι οποίες ξεπερνούσαν το επίπεδο της νομισματικής κυκλοφορίας και της διανομής, κτυπώντας το σύστημα στο επίπεδο της παραγωγής, μέσα από την πτώση της κατανάλωσης, η οποία ερχόταν, ως αποτέλεσμα της τεράστιας ανισοκατανομής του εισοδήματος), που δημιούργησε έντονα συναισθήματα δυσανεξίας στην χρηματοπιστωτική ελίτ και στους παρατρεχάμενούς της – δηλαδή τους οικονομικούς αναλυτές - και για την οποία ο Κέϋνς κατέστη μισητός, σε όλους αυτούς τους καθωσπρεπικούς κύκλους, επανήλθε στο προσκήνιο στις ημέρες μας, καθιστάμενη αναγκαία συνθήκη για την ομαλοποίηση της λειτουργίας του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος.





Η κεϋνσιανή θεωρία, που αναδύθηκε μέσα από την «ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ, ΤΟΥ ΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ», το 1936 και την πρακτική εφαρμογή της στις Η.Π.Α. από το κεϋνσιανό επιτελείο του προέδρου Franklin Delano Roosevelt, μπορεί στην πορεία να συντηρητικοποιήθηκε – μην ξεχνάμε, επαναλαμβάνω, ότι ο Κέϋνς ήταν συντηρητικός -, αλλά ουδέποτε έχασε τον στόχο της και αυτό είχε να κάνει και με λόγους που ήσαν καθαρά πρακτικοί, αφού η περίοδος της δεκαετίας του 1930, όντας εντελώς καταθλιπτική, έθετε ερωτήματα και απαιτούσε λύσεις, τις οποίες η κλασσική θεωρία δεν μπορούσε να δώσει, καθώς, επίσης καθιστούσε αναγκαίες και άμεσες δράσεις, τις οποίες η κλασσική οικονομική θεωρία ενοχοποιούσε, ως καταστροφικές. Αλλά, πέρα από αυτό, οι λόγοι για τους οποίους η κεϋνσιανή θεωρία δεν έχασε τους στόχους της, ήσαν και καθαρά επιστημονικοί και τούτο διότι, ήταν απαραίτητο να αντιμετωπισθεί το καταθλιπτικό βάρος που είχε στα μυαλά των ανθρώπων η κλασσική οικονομική σοφία της εποχής, η οποία συνοψιζόταν στον περίφημο «νόμο του Say» και η οποία είχε τις αναγωγές της στους πατέρες της οικονομικής επιστήμης (Άνταμ Σμιθ, Νταίηβιντ Ρικάρντο, Ρόμπερτ – Τόμας Μάλθους και Τζων Στιούαρτ Μιλλ) για να ακολουθηθεί μια συγκροτημένη πολιτική, απαραίτητη ήταν και μια θεωρία, η οποία να θεμελιώνει αυτήν την συγκροτημένη πολιτική, δίνοντας τις αναγκαίες εξηγήσεις για την έλευση και – το κυριότερο – για την επιμονή και την διαρκή εμβάθυνση της GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930, όπως πολύ εύστοχα ονόμασαν οι Αμερικανοί την ξέφρενη οικονομική κρίση εκείνης της περιόδου, η οποία, παρά τις προσπάθειες του Φράνκλιν Ντέλανο Ρούσβελτ και των κεϋνσιανών, δεν ξεπεράστηκε, παρά μόνο μέσα από τον Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Η συνεισφορά του Κέϋνς έγκειται στο γεγονός ότι έβαλε την κατανάλωση, ως μακροοικονομικό μέγεθος, στο κέντρο της οικονομικής θεωρίας, δίνοντας στην συνάρτηση της κατανάλωσης κεντρική θέση στην ανάλυσή του για τις οικονομικές διακυμάνσεις, δηλαδή για τις υφέσεις και τις κρίσεις στο καπιταλιστικό σύστημα. Και φυσικά από τότε η κατανάλωση και η συνάρτησή της έχει τον κυριότερο και τον κεντρικό ρόλο στην μακροοικονομική ανάλυση. Φυσικά, εκείνη την εποχή ο Κέϋνς δεν μπορούσε να στηριχθεί στην στατιστική ανάλυση των μακροοικονομικών στοιχείων για την εξέλιξη της συνάρτησης της συναθροιστικής κατανάλωσης και ως εκ τούτου, η ανάλυσή του ήταν προϊόν των εμπειρικών του παρατηρήσεων, της διαίσθησής του και της οξύνοιας, που πάντοτε τον διέκρινε.


Η πρώτη και σημαντικότερη όλων παρατήρηση του Κέϋνς έχει να κάνει με την οριακή ροπή για κατανάλωση (marginal propensity to consume) και η οποία προσδιορίζεται από το ποσόν, που καταναλώνεται από μια πρόσθετη χρηματική μονάδα εισοδήματος. Το ποσόν αυτό κυμαίνεται μεταξύ του μηδενός και της μονάδας, διότι, όπως ορθά έγραψε ο Βρετανός οικονομολόγος «θεμελιώδης ψυχολογικός νόμος, στον οποίο δικαιούμαστε να στηριζόμαστε με μεγάλη εμπιστοσύνη είναι ότι οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι, κατά κανόνα και κατά μέσον όρο, να αυξάνουν την κατανάλωσή τους, όταν αυξάνονται τα εισοδήματά τους, όχι όμως τόσο όσο τα εισοδήματά τους».


Η δεύτερη παρατήρηση του Κέϋνς έχει να κάνει με την μέση ροπή κατανάλωσης (average propensity to consume), δηλαδή με τον λόγο της κατανάλωσης προς το εισόδημα, η οποία μέση ροπή κατανάλωσης πέφτει καθώς το εισόδημα αυξάνεται. Ο Κέϋνς προσδιόρισε την αποταμίευση (την οποία θεωρούσε, έχοντας πλήρως δίκιο, ότι είναι ένα είδος πολυτελείας), ως αιτία αυτής της φθίνουσας μέσης ροπής προς κατανάλωση. Και μάλιστα εξειδίκευσε το τμήμα της αποταμίευσης για το οποίο ομιλούσε, προσδιορίζοντας ότι οι πλούσιοι αποταμιεύουν πολύ μεγαλύτερο μέρος από τα εισοδήματά τους από ό,τι οι φτωχοί, γεγονός που επιτείνει το πρόβλημα, διότι μεγαλώνοντας την οριακή ροπή προς αποταμίευση, οδηγούν σε πτώση την οριακή ροπή προς κατανάλωση και φυσικά την μέση ροπή κατανάλωσης – ιδού ξανά το αίτημα για μια πληθωριστική ευθανασία των εισοδηματιών, προσεκτικά τοποθετημένο και με πιο «κομψό» και «κόσμιο» τρόπο διατυπωμένο.


Η τρίτη παρατήρηση του Κέϋνς έχει να κάνει με την σχέση του επιτοκίου με την κατανάλωση, την οποία, σε πείσμα της κλασσικής θεωρίας, την θεώρησε, ως αναξιόλογη, αφού πίστευε ότι το εισόδημα είναι αυτό που κυρίως προσδιορίζει την κατανάλωση. Ο Κέϋνς δεν αρνιόταν ότι το επιτόκιο μπορούσε να επηρεάσει την καταναλωτική συμπεριφορά των ατόμων και την ίδια την κατανάλωση, ως μακροοικονομικό μέγεθος. Φυσικά και μπορούσε να την επηρεάσει. Απλώς, θεωρούσε, όπως έχει γράψει, ότι «το κυριότερο συμπέρασμα που προκύπτει από την εμπειρία είναι, νομίζω, ότι ο βραχυπρόθεσμος επηρεασμός που ασκεί το επιτόκιο στο μέρος που δαπανά ένα άτομο από το εισόδημά του έχει δευτερεύουσα σημασία και είναι μάλλον σχετικά ασήμαντος». Οι πατέρες της οικονομικής επιστήμης και η συμβατική σοφία της εποχής του (πολλοί ακόμη και σήμερα το πιστεύουν) θεωρούσαν ότι η αύξηση των επιτοκίων θα ενθαρρύνει την αποταμίευση και θα αποθαρρύνει την κατανάλωση και ότι η πτώση των επιτοκίων θα αποθαρρύνουν τις αποταμιεύσεις και θα αυξήσουν την κατανάλωση.


Όλα αυτά, βέβαια, κονιορτοποιήθηκαν, μέσα στην τεράστια παγίδα ρευστότητας (liquidity trap) στην οποία παγιδεύτηκε η αμερικανική και η παγκόσμια οικονομία, κατά την δεκαετία του 1930. Ένα φαινόμενο, που, τηρουμένων των αναλογιών, επανελήφθη και στις ημέρες μας, με την έλευση της βαθιάς ύφεσης του 2008 και της παρατεταμένης αστάθειας, που ακολούθησε, με την μετακίνηση της ύφεσης από τις Η.Π.Α. στην θεσμικά χαώδη ευρωζώνη.



Kenneth Rogoff


Αυτά, λοιπόν, που λέει ο Ρογκόφ και τα οποία παραθέτει στην συζήτηση ένας φίλος, δεν είναι τίποτε περισσότερο (το αντίθετο, είναι κάτι το πολύ λιγότερο) από αυτά που έλεγε ο Keynes το 1924. Και βέβαια ο Ρογκόφ δεν πρωτοτυπεί (μόνο που πέρυσι έλεγε άλλα πράγματα και φυσικά ανοησιολογούσε). Απλώς, αναμασά προτάσεις και λύσεις, χωρίς να θέτει το δάκτυλο επί των τύπων των ήλων και τούτο διότι η πρότασή του για πληθωρισμό των δημόσιων (και ιδιωτικών προσθέτω εγώ) χρεών –, ή για την διαγραφή τους, δεν είναι αρκετή, όσο δεν συνοδεύεται από την πρόταση για τον οργανωμένο, συστηματικοποιημένο και λεπτομερειακό ρυθμιστικό έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, είτε αυτό αφορά το επίσημο τραπεζικό σύστημα, είτε – το κυριότερο - το σκιώδες και ανεπίσημο τμήμα του, ο οποίος ρυθμιστικός έλεγχος θα πρέπει να επεκταθεί σε μια εκτεταμένη προσωρινή ή και οριστική (ανάλογα την περίπτωση) επανεθνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και τον σύστοιχο έλεγχο των κατευθύνσεων των διεθνών χρηματικών ροών (δηλαδή της κίνησης κεφαλαίων), που υπήρξαν αποτέλεσμα της ξέφρενης παγκοσμιοποίησης, δίνοντας ένα πεδίο δόξης λαμπρόν στους ραντιέρηδες και στην χρηματοπιστωτική ελίτ και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην αποδιοργάνωση του συστήματος. Μάλιστα, ίσως ο Τάλεμπ, που προτείνει την πλήρη κρατικοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, να έχει δίκιο. Και πάντως, έχει πολύ περισσότερο δίκιο από τον Ρογκόφ, διότι η πρότασή του είναι περισσότερο συνεπής από την πρόταση του Ρογκόφ.


Την υλοποίηση αυτού του αιτήματος για την ευθανασία των εισοδημάτων είναι που παλεύει να αποφύγει η σύγχρονη χρηματοπιστωτική τεχνοδομή και οι αγέλες των παρασιτούντων εισοδηματιών, που εμφανίζονται, ως «επενδυτές», που δεν επενδύουν, αλλά ούτε και καταναλώνουν.


Μπορεί να καταφέρουν να καθυστερήσουν την διαδικασία αυτή. Και μπορεί να επιτύχουν μια τέτοιας έκτασης καθυστέρηση, η οποία να είναι χρονικά μεγάλη. Αλλά οι αντοχές των κοινωνιών είναι τέτοιες που όλα δείχνουν ότι δεν θα την αποφύγουν…"

tassosanastassopoulos

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Το τέλος του ορθολογικού καπιταλισμού του ΤΖΩΝ ΜΠΕΛΛΑΜΥ ΦΟΣΤΕΡ*.


Ο κυρίαρχος μύθος του εικοστού αιώνα ήταν εκείνος του «ορθολογικού καπιταλισμού». Οι δύο οικονομολόγοι που έκαναν τα περισσότερα για να προωθήσουν την ιδέα αυτή, ήταν ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς (John Maynard Keynes) και ο Τζόζεφ Σούμπετερ (Joseph Schumpeter).

Αμφότεροι αντιδρούσαν στη μεγάλη ιστορική κρίση του καπιταλισμού, που εκδηλώθηκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο Μεγάλο Κραχ του Μεσοπολέμου και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στον απόηχο της μεγαλύτερης σειράς αγριοτήτων που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, που συνοδευόταν επίσης από την άνοδο μιας εναλλακτικής λύσης στη Σοβιετική Ένωση, ήταν απαραίτητο ο καπιταλισμός μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να επανεγκαθιδρυθεί τόσο ιδεολογικά, όσο και υλικά.

Σε ό,τι αφορά την ιδεολογική απαίτηση, οι δύο οικονομολόγοι που συνέβαλαν σε αυτήν αποτελεσματικότερα, ήταν ο Κέυνς και ο Σούμπετερ – όχι μόνο γιατί οι ίδιοι αποτελούσαν την επιτομή των καλυτέρων στοιχείων της αστικής οικονομικής ιδεολογίας, αλλά και επειδή ήταν οι κορυφαίοι εκπρόσωποι της αστικής οικονομικής επιστήμης. Με την ανάλυσή τους προσδιόρισαν τα προαπαιτούμενα ενός ορθολογικού καπιταλισμού και την ελπίδα, τουλάχιστον, ότι τα προαπαιτούμενα αυτά θα μπορούσαν να επιτευχθούν.

Ας δούμε την περίπτωση του Κέυνς πρώτα: Ο Κέυνς, με έδρα το Καίημπριτζ της Αγγλίας, ήταν η ενσάρκωση του ορθολογικού καπιταλισμού. Όχι μόνο αντιλαμβανόταν τις αντιφάσεις του συστήματος, αλλά και πίστευε πως θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ορθολογικής διαχείρισης.

Αυτό ήταν αληθές σε ό,τι αφορά τόσο τις σχέσεις μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, όσο και τη ρύθμιση των εσωτερικών αντιφάσεων της διαδικασίας συσσώρευσης. Στο βιβλίο του Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης (The Economic Consequences of the Peace, 1919) ασκούσε κριτική στη Συνθήκη των Βερσαλλιών για τις ληστρικές πολεμικές αποζημιώσεις, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν, όπως εκτιμούσε, σε έναν καινούριο παγκόσμιο πόλεμο.

Η απάντηση του Κέυνς στο μεγάλο οικονομικό κραχ του Μεσοπολέμου ήταν το μεγάλο του έργο Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος,[1] (The General Theory of Employment, Interest and Money, 1936), που κατέρριπτε το Νόμο του Σαίυ[2]. Για πρώτη φορά δόθηκε στην κατεστημένη οικονομική φιλολογία σοβαρή προσοχή στη φύση των δομικών οικονομικών κρίσεων του καπιταλισμού και στο τι μπορούν τα κράτη να κάνουν για να τις αντιμετωπίσουν.

Για τον Κέυνς το «κλειδί» ήταν η μεσολάβηση του κράτους, ώστε να εξασφαλίσει επαρκή πραγματική ζήτηση και να εγγυηθεί πλήρη απασχόληση. Όπως σημείωσε και ο Πωλ Σουήζυ στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης πριν από δέκα χρόνια,[3] ο Κέυνς πίστευε επίσης ότι η άνοδος και η επικράτηση του χρηματιστηριακού κεφαλαίου, όπως συνέβη κατά τη δεκαετία του 1920, σήμανε το τέλος της καπιταλιστικής ορθολογικότητας, μετατρέποντας την παραγωγική επιχείρηση, όπως έλεγε, σε μια «φούσκα πάνω σε μια δίνη κερδοσκοπίας».

Καλούσε, λοιπόν, σε «ευθανασία τους ραντιέρηδες». Υποστήριξε το μετριασμό της ελεύθερης αγοράς και έως ένα βαθμό εθνική αυτάρκεια, ως απάντηση στις παγκοσμιοποιητικές επιρροές της εποχής του. Υπήρξε ένας από τους βασικούς «αρχιτέκτονες» του συστήματος του Μπρέττον Γουντς (Bretton Woods), που σχεδιάστηκε για να σταθεροποιήσει το παγκόσμιο εμπόριο και τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά μέσω της δημιουργίας της Γενικής Συμφωνίας για τους Δασμούς και το Εμπόριο (General Agreement on Tariffs and Trade -GATT), του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Εν γένει ο κεϋνσιανισμός θεωρείται ότι στρεφόταν προς τη σοσιαλδημοκρατία και το κράτος πρόνοιας ως εκδηλώσεις της καπιταλιστικής ορθολογικότητας. Έμοιαζε να προοιωνίζεται μια μεταρρύθμιση, που βασιζόταν σε έναν πολιτικό συμβιβασμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

Στην αρχή της περιόδου του μεγάλου κραχ του 1930, ο Κέυνς είχε συγγράψει ένα δοκίμιο με τίτλο «Οι οικονομικές δυνατότητες των εγγονών μας», στο οποίο δήλωνε ότι το οικονομικό πρόβλημα, υπό την έννοια της ικανοποίησης των αναγκών επιβίωσης των πάντων, θα μπορούσε να λυθεί στις πλούσιες κοινωνίες σε εκατό χρόνια. Το θέμα τότε θα ήταν το πώς θα αντιμετωπίζαμε τον ελεύθερο χρόνο, καθώς η εργάσιμη εβδομάδα θα περιοριζόταν σε τρεις ώρες την ημέρα, σύνολο δεκαπέντε ώρες την εβδομάδα. Στο σημείο αυτό –ισχυριζόταν– θα μπορούσε να διαμορφωθεί ένας καινούριος ηθικός κώδικας, ώστε να «βγάλει την ανθρωπότητα από τη σήραγγα της οικονομικής αναγκαιότητας στο φως». Μέχρι να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, όμως, ο κόσμος θα έπρεπε να ανεχτεί έναν αλλοτριωμένο ηθικό κώδικα, κατά τον οποίο «το δίκαιο είναι άδικο και το άδικο δίκαιο», σε έναν κώδικα, δηλαδή, που βασίζεται στην απληστία και στην εκμετάλλευση, που σχετίζεται με τη συσσώρευση του κεφαλαίου.

Ο Σούμπετερ, με βάση το Χάρβαρντ των ΗΠΑ, υπήρξε μια πιο συντηρητική φυσιογνωμία και ήταν αντίθετος στον κεϋνσιανισμό και τον Κέυνς. Προώθησε την ιδέα του ορθολογικού επιχειρηματία ως ουσία του καπιταλισμού, επιμένοντας ότι η περαιτέρω ανάπτυξη των μονοπωλίων/ολιγοπωλίων, παρότι αναπόφευκτη, θα μπορούσε να οδηγήσει τελικά στο θάνατο του καπιταλισμού.

Αντιπαρατέθηκε στις ιδέες περί δομικής οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού, εφαρμόζοντας τη θεωρία των μακρών κύκλων –του πεντηκονταετούς κύκλου Κοντράτιεφ– για να εξηγήσει λογικά τη μακρά κάμψη που συσχετίσθηκε με το μεγάλο κραχ.

Ο Σούμπετερ είχε θεμελιώδεις αντιρρήσεις με τα όσα υποστήριζε ο Άλβιν Χάνσεν (Alvin Hansen), ο επιφανέστερος Αμερικανός υποστηρικτής του Κέυνς, ο οποίος έλεγε ότι ο καπιταλισμός έτεινε προς την οικονομική στασιμότητα για οικονομικούς λόγους. Τα προβλήματα του καπιταλισμού, κατά τον Σούμπετερ, ήταν κοινωνιολογικά: το τέλος των απαραίτητων εξωτερικών συνθηκών για την ελεύθερη ανάπτυξη της επιχειρηματικής λειτουργίας.

Σε ένα κεφάλαιο για τα «τείχη που καταρρέουν», στο σπουδαίο του έργο, Καπιταλισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατία (Capitalism, Socialism and Democracy, 1942)[4] εξήγησε το πώς η «απο-υλοποιημένη, στερημένη λειτουργικότητας και απούσα ιδιοκτησία» μαζί με την «εκμηχάνιση της προόδου» υπό την κυριαρχία του συγκεντρωμένου κεφαλαίου, αφαίρεσε τη ζωντάνια από την επιχειρηματικότητα, υπονομεύοντας τη ζωτική της λειτουργία και μαζί με αυτήν και το καπιταλιστικό σύστημα.


John Bellamy Foster, «The End of Rational Capitalism», Monthly Review, Vol. 56, No 10, Μάρτιος 2003. Μετάφραση: Μιχάλης Παναγιωτάκης.

1. Στα ελληνικά εκδ. Παπαζήσης (χωρίς χρονολογία έκδοσης).
2. Say’s Law: η ορθόδοξη άποψη των οικονομικών της προσφοράς, ότι η προσφορά δημιουργεί την ίδια της τη ζήτηση.
3. Βλ. «The Triumph of Financial Capital», Monthly Review, Vol. 47, No 2, Ιούνιος 1994.
4. J. A. Schumpeter, Καπιταλισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατία, ΚΕΠΕ, Αθήνα 1972.
5. Joseph Schumpeter, The Economics and Sociology of Capitalism, Princeton University Press, Princeton 1991, σελ. 194, 301.·Η επιχειρηματολογία του Σούμπετερ σχετικά με το μονοπώλιο στο Καπιταλισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατία συχνά παρεξηγείται ως μια απλή και άμεση υπεράσπιση της οικονομικής συγκέντρωσης. Όπως συνήθιζε, ο Σούμπετερ υπερασπιζόταν σε μεγάλο βαθμό την οικονομική βάση των γιγαντιαίων επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα τις έβλεπε να υπονομεύουν τα κοινωνιολογικά θεμέλια της καπιταλιστικής κοινωνίας.
6. New Deal (Νέα συμφωνία): τα παρεμβατικά προγράμματα και οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν τη δεκαετία του ’30 από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρούσβελτ ως απάντηση στο οικονομικό κραχ. (Σ.τ.Μ.)
7. Μπαράν και Σουήζυ, Μονοπωλιακός καπιταλισμός, εκδ. Gutenberg.
8. Η εποχή του ιμπεριαλισμού, εκδ. Μπουκουμάνης.
9. Βλ. «The Stagnation of Employment», Monthly Review, Vol. 55, No 11, Απρίλιος 2004.
10. Βλ. Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2000.
11. Αναφέρεται στο The Power of Ideology του Istvan Meszaros, New York University Press, Νέα Υόρκη 1989, σελ.63.
12. Daniel Singer, Is Socialism Doomed?, Oxford University Press, Νέα Υόρκη 1988, σελ. 277.



Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Γιατί Σοσιαλισμός, του Albert Einstein.

(Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο 1 τεύχος του Αμερικανικού περιοδικού Monthly Review, το 1949)

Ας εξετάσουμε πρώτ’ απ’ όλα το ζήτημα αυτό από την άποψη της επιστημονικής γνώσης. Μπορεί να φανεί ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές μεθοδολογικές διαφορές ανάμεσα στην αστρονομία και την οικονομία: οι επιστήμονες και στους δύο τομείς προσπαθούν να ανακαλύ­ψουν τους νόμους, που έχουν γενική εφαρμογή σε ορισμένες ομάδες φαινομένων;


για να κά­νουν την αμοιβαία σχέση των φαινομένων αυτών όσο γίνεται πιο κατανοητή. Αλλά τέτοιες με­θοδολογικές διαφορές υπάρχουν στην πραγματικότητα. Η ανακάλυψη των γενικών νόμων στον τομέα της οικονομίας είναι δυσκολότερη γιατί τα υπό παρατήρηση οικονομικά φαινόμε­να, επηρεάζονται συχνά από πολλούς παράγοντες, που είναι πάρα πολύ δύσκολο να εκτιμη­θούν ξεχωριστά. Εκτός από αυτό, η πείρα που συγκεντρώθηκε από την αρχή της λεγόμενης πολιτισμένης περιόδου της ανθρώπινης ιστορίας, υποβάλλονταν και υποβάλλεται, ως γνω­στόν, σε σοβαρές επιδράσεις και περιορισμούς όχι μόνο οικονομικού χαρακτήρα. Για παρά­δειγμα, οι περισσότερες μεγάλες δυνάμεις στην ιστορία οφείλουν την ύπαρξη τους στις κατα­κτήσεις. Οι λαοί κατακτητές εδραιώνονταν νομικά και οικονομικά ως προνομιούχα τάξη στην κατακτημένη χώρα… Πουθενά δεν έχει ξεπεραστεί πραγματικά εκείνο που ο Βέμπλεν απο­καλεί «ληστρική φάση» ανάπτυξης της ανθρωπότητας.

Ορισμένα οικονομικά γεγονότα, που παρατηρούμε, αφορούν τη φάση αυτή και μάλιστα οι νόμοι, που μπορούμε να εξάγουμε από αυτά, δεν είναι εφαρμόσιμοι σε καμιά άλλη φάση. Δεδομένου ότι ο πραγματικός σκοπός του σοσιαλισμού είναι ακριβώς να ξεπεράσει τη «ληστρική φάση» στην ανάπτυξη της ανθρωπότη­τας και να προχωρήσει προς τα εμπρός, η οικονομική επιστήμη στη σημερινή κατάστασή της μπορεί να ρίξει μόνο ένα πολύ ασήμαντο φως στη σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος.

Δεύτερο, ο σκοπός του σοσιαλισμού είναι κοινωνικοηθικός. Η επιστήμη δεν μπορεί να δη­μιουργεί σκοπούς και είναι ακόμη λιγότερο ικανή να τους εμφυσήσει στους ανθρώπους. Το μέγιστο που μπορεί να κάνει η επιστήμη είναι να προσφέρει τα μέσα για την επίτευξη ορισμέ­νων σκοπών. Αλλά αυτοί καθαυτοί οι σκοποί επιτυγχάνονται από προσωπικότητες με υψηλά ηθικά ιδανικά και, αν οι σκοποί αυτοί δεν είναι θνησιγενείς αλλά βιώσιμοι και ισχυροί, τους υπo­στηρίζουν και τους αναπτύσσουν πολλοί άνθρωποι, που καθορίζουν εν μέρει υποσυνείδητα την αργή εξέλιξη της κοινωνίας.

Λόγω των αιτίων αυτών οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί και να μην υπερεκτιμούμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους, όταν η υπόθεση αφορά ανθρώπινα προβλήματα. Δεν πρέπει επίσης να σκεφτόμαστε ότι μόνο οι ειδικοί έχουν το δικαίωμα να διατυπώνουν τη γνώμη τους για τα ζητήματα οργάνωσης της κοινωνίας.

Τελευταία ακούγονται πάρα πολλές φωνές ότι η ανθρώπινη κοινωνία περνάει κρίση, ότι η σταθερότητά της έχει κλονιστεί σοβαρά. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι τα άτομα αδιαφορούν ή ακόμα και εχθρεύονται τις μικρές ή μεγάλες ομάδες όπου ανή­κουν.

Για να δείξω τι εννοώ, επιτρέψτε να επικαλεστώ την προσωπική μου πείρα. Πρόσφατα, συζητώντας με έναν έξυπνο και αξιόπιστο άνθρωπο για την απειλή πολέμου που, κατά τη γνώμη μου, θα αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο για την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας, διαπί­στωσα ότι μόνο μια υπερεθνική οργάνωση μπορεί να μας προφυλάξει από τον κίνδυνο αυτό. Σχετικά με αυτό ο συνομιλητής μου, μου είπε πολύ ήρεμα και ψυχρά: «Μα γιατί φοβόσαστε τόσο την εξαφάνιση της ανθρώπινης φυλής;».

Είμαι βέβαιος ότι μόλις έναν αιώνα πριν κανείς δε θα έκανε παρόμοια παρατήρηση με τό­ση ευκολία. Πρόκειται για δήλωση ανθρώπου που μάταια προσπαθούσε να βρει ισορροπία μέ­σα του και έχασε πρακτικά την ελπίδα για επιτυχία. Ποια όμως είναι η αιτία; Υπάρχει διέξοδος;

Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα προσωπικότητα και κοινωνικό ον. Ως προσωπικότητα πρo­σπαθεί να προστατεύσει τη δική του ύπαρξη και την ύπαρξη των οικείων του, να ικανοποιήσει τις προσωπικές τους επιθυμίες και να αναπτύξει τις ικανότητές του. Σαν κοινωνικό ον επιδιώ­κει να κερδίσει την αναγνώριση και την αγάπη των άλλων ανθρώπων, να συμμεριστεί τις χαρές τους, να τους παρηγορήσει στη λύπη, να καλυτερέψει τους όρους ζωής τους. Μόνο η ύπαρξη αυτών των διαφόρων, συχνά αντιφατικών επιδιώξεων καθορίζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του ανθρώπου και από τους ιδιόμορφους συνδυασμούς τους εξαρτάται ο βαθμός που το άτομο μπορεί να πετύχει την εσωτερική ισορροπία και να συμβάλει στην ευημερία της κοινωνίας. Εί­ναι εντελώς δυνατό η σχετική δύναμη των δυο αυτών επιδιώξεων να είναι βασικά προσδιορι­σμένη από την κληρονομικότητα. Αλλά η προσωπικότητα διαμορφώνεται οριστικά στο περι­βάλλον, όπου ο άνθρωπος βρίσκεται στη διαδικασία της ανάπτυξής του, από τη διάρθρωση της κοινωνίας όπου μεγαλώνει, από τις παραδόσεις της κοινωνίας αυτής, από το πώς εκτιμά τους διάφορους τύπους συμπεριφοράς. Η αφηρημένη έννοια «κοινωνία» σημαίνει για το ατo­μικό ανθρώπινο ον το σύνολο των άμεσων και έμμεσων αμοιβαίων σχέσεων με τους σύγχρο­νούς του και με όλες τις προηγούμενες γενεές.

Το άτομο είναι σε θέση να σκέπτεται, να νοι­ώθει, να προσπαθεί να εργαστεί αυτοτελώς, αλλά εξαρτάται τόσο πολύ από την κοινωνία στη φυσική, διανοητική και συναισθηματική ύπαρξή του, που είναι αδύνατο να σκέπτεται γι’ αυτήν ή να την κατανοεί εκτός των πλαισίων της κοινωνίας. Η «κοινωνία» αυτή εξασφαλίζει στον άν­θρωπο τροφή, ενδυμασία, κατοικία, εργαλεία εργασίας, τον προικίζει με γλώσσα, με τις μορ­φές και το βασικό περιεχόμενο των σκέψεων. Η ζωή του είναι δυνατή χάρη στην εργασία και στα επιτεύγματα πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων στο παρελθόν και στο παρόν, όλων εκεί­νων που κρύβονται πίσω από τη μικρή λέξη «κοινωνία» …

0 άνθρωπος κατά τη γέννησή του χάρη στην κληρονομικότητα αποκτά βιολογική σύστα­ση, που πρέπει να τη θεωρούμε καθορισμένη και αμετάβλητη, η οποία περιλαμβάνει φυσικές επιδιώξεις που είναι χαρακτηριστικές για τα ανθρώπινα όντα. (Όπως αναφέραμε παραπάνω, η βιολογική φύση του ανθρώπου δεν μπορεί να αλλάξει για πρακτικούς λόγους). Εκτός από αυ­τό, στη διάρκεια της ζωής του αποκτά πολιτιστική ψυχοσύνθεση, που την παίρνει από την κοι­νωνία μέσω της επικοινωνίας και με πολλά άλλα είδη επίδρασης… Η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπινων υπάρξεων μπορεί να διαφέρει πολύ ανάλογα με τα επικρατούντα πολιτιστικά πρότυπα και τύπους οργάνωσης που κυριαρχούν στην κοινωνία. Σε αυτό ακριβώς βασίζουν τις ελπίδες όσοι επιδιώκουν να καλυτερέψουν την τύχη του ανθρώπου: οι άνθρωποι δεν είναι κα­ταδικασμένοι λόγω της βιολογικής τους ψυχοσύνθεσης να αλληλοεξοντώνονται ή να παραδί­δονται στο έλεος της σκληρής και αναπόφευκτης μοίρας.

Αν αναρωτηθούμε πώς πρέπει να αλλάξουμε τη διάρθρωση της κοινωνίας και του πολιτι­σμού της για να γίνει πιο ευνοϊκή η ανθρώπινη ζωή, πρέπει να θυμούμαστε ότι πάντα υπάρ­χουν ορισμένες συνθήκες που δεν μπορούμε να τις αλλάξουμε. Πολύ περισσότερο, οι τεχνo­λογικές και δημογραφικές διαδικασίες μερικών τελευταίων αιώνων δημιούργησαν συνθήκες που είναι επίσης αμετάβλητες. Στις περιοχές με μόνιμο και πυκνό πληθυσμό η παραγωγή των αναγκαίων για τη ζωή αγαθών προϋποθέτει υποχρεωτικά τον καταμερισμό της εργασίας και μια μεγάλη συγκέντρωση παραγωγικού μηχανισμού. Η εποχή που τα άτομα ή συγκριτικά μι­κρές ομάδες μπορούσαν να έχουν πλήρη επάρκεια, η οποία όταν κοιτάμε στα περασμένα μας φαίνεται τόσο ειδυλλιακή, έφυγε μια για πάντα. θα είναι απλώς μια μικρή υπερβολή αν πούμε ότι από την άποψη της παραγωγής και κατανάλωσης η ανθρωπότητα αποτελεί σήμερα κιόλας μια παγκόσμια κοινότητα.

Τώρα μπορώ να προσδιορίσω σύντομα την ουσία της σημερινής κρίσης. Πρόκειται για τη στάση του ατόμου απέναντι στην κοινωνία. Το άτομο συνειδητοποιεί σε μεγαλύτερο βαθμό παρά ποτέ άλλοτε την εξάρτησή του από την κοινωνία. Όμως δεν εκλαμβάνει την εξάρτηση αυτή ως θετικό φαινόμενο, ως οργανική σχέση, ως προστατευτική δύναμη, αλλά μάλλον ως απειλή κατά των φυσικών του δικαιωμάτων ή ακόμα και κατά της οικονομικής του ύπαρξης. Πολύ περισσότερο, η θέση του στην κοινωνία είναι τέτοια που οι εγωιστικές επιδιώξεις του αυξάνουν συνεχώς, ενώ οι κοινωνικές, πιο αδύνατες από τη φύση τους επιδιώξεις του, όλο και πιο πολύ καταρρέουν. Όλοι οι άνθρωποι ανεξάρτητα από τη θέση τους στην κοινωνία υποφέ­ρουν από τη διαδικασία αυτή. Αιχμάλωτοι του εγωισμού τους, χωρίς οι ίδιοι να το αντιλαμβάνo­νrαι, νοιώθουν ανυπεράσπιστοι, μοναχικοί, στερημένοι από την ικανότητα, με αφέλεια, απλά και απερίσκεπτα να χαίρονται τη ζωή. 0 άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή – που είναι τόσο σύντομη και γεμάτη κινδύνους – μόνο αφιερώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία.

Η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως υπάρχει σήμερα, είναι κατά τη γνώμη μου η πραγματική πηγή του κακού. Βλέπουμε μια τεράστια μάζα παραγωγών που πα­σχίζουν ακατάπαυστα να αφαιρέσουν ο ένας από τον άλλο τους καρπούς της συλλογικής εργασίας τους – όχι με τη βία, αλλά σύμφωνα με τους νόμιμα καθιερωμένους κανόνες. Από την άποψη αυτή είναι σημαντικό ότι τα μέσα παραγωγής, δηλαδή όλες οι παραγωγικές δυνάμεις, απαραίτητα για την παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων, καθώς και οι ολοένα νέες επενδύσεις μπορούν να είναι νόμιμα και κατά το μεγαλύτερο μέρος αποτελούν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών προσώπων.

Για απλοποίηση θα αποκαλώ στη συνέχεια «εργάτες» όσους δεν ανήκουν στους ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής, αν και αυτό δεν αντιστοιχεί πλήρως στη συνηθισμένη χρήση του όρου αυτού. 0 ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής είναι σε θέση να αποκτά εργατική δύναμη. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής, ο εργάτης παράγει νέα εμπορεύματα που γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Εδώ έχει ακριβώς σημασία η συσχέτιση της πραγματικής αξίας αυτού που ο εργάτης παράγει και εκείνου που του πληρώνουν. Όσο καιρό η σύμβαση εργασίας είναι «ελεύθερη», αυτό που παίρνει ο εργάτης δεν καθορίζεται από την πραγματική αξία των παραγόμενων από αυτόν εμπορευμάτων, αλλά από τις ελάχιστες ανάγκες του και την προσφορά και ζήτηση εργατικής δύναμης από τους καπιταλιστές. Έχει σημασία να καταλάβουμε ότι ακόμη και στη θεωρία η αμοιβή του εργάτη δεν καθορίζεται από την αξία αυτού που έχει παράγει.

Βρισκόμαστε μπροστά στην τάση του ιδιωτικού κεφαλαίου προς την όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση. Εν μέρει λόγω του ανταγωνισμού των καπιταλιστών, εν μέρει γιατί η ανάπτυξη της τεχνολογίας και ο αυξανόμενος καταμερισμός της εργασίας ενθαρρύνουν το σχηματισμό μεγαλύτερων παραγωγικών μονάδων σε βάρος των μικρών. Αποτέλεσμα της ανάπτυξης αυτής είναι η ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου, η κολοσσιαία εξουσία του οποίου δεν μπορεί να ελέγχεται αποτελεσματικά ακόμη και σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αυτό συμβαίνει, γιατί τα μέλη των νομοθετικών οργάνων εκλέγονται από τα πολιτικά κόμματα, τα οποία χρηματοδοτούνται και επηρεάζονται βασικά από τους ιδιώτες επιχειρηματίες, που επιδιώκουν για πρακτικούς σκοπούς να απομακρύνουν το εκλογικό σώμα από τους νομοθέτες. Σαν αποτέλεσμα οι αντιπρόσωποι του λαού δεν υπερασπίζονται αποτελεσματικά τα συμφέροντα των μη προνομιούχων ομάδων του πληθυσμού.

Πολύ περισσότερο, στις υπάρχουσες συνθήκες οι ιδιώτες επιχειρηματίες ελέγχουν αναπόφευκτα τις κύριες πηγές πληροφόρησης (τύπο, ραδιόφωνο, εκπαίδευση). Για το λόγο αυτό, ο απλός πολίτης είναι πολύ δύσκολο και στις περισσότερες περιπτώσεις απλώς αδύνατο να καταλήξει σε αντικειμενικά συμπεράσματα και να ασκεί με εξυπνάδα τα πολιτικά του δικαιώματα.

Η κατάσταση που επικρατεί στην οικονομία, βασιζόμενη στην καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία, χαρακτηρίζεται επομένως από δυο κύριες αρχές: πρώτο, τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο), αποτελούν ατομική ιδιοκτησία και οι ιδιοκτήτες τα διαχειρίζονται κατά την κρίση τους. Δεύτερο, η σύμβαση εργασίας είναι ελεύθερη. Φυσικά από την άποψη αυτή δεν υπάρχει καθαρή καπιταλιστική κοινωνία.

Πρέπει ιδιαίτερα να σημειώσουμε ότι οι εργάτες, χάρη στη μακροχρόνια και έντονη πολιτική πάλη σημείωσαν επιτυχίες εξασφαλίζοντας σε ορισμένες κατηγορίες εργατών «βελτιωμένη» μορφή ελεύθερης σύμβασης εργασίας. Αλλά η σημερινή οικονομία στο σύνολό της διαφέρει κατά πολύ από τον «καθαρό» καπιταλισμό.

Η παραγωγή πραγματοποιείται για χάρη του κέρδους και όχι για το όφελος, αλλά δεν υπάρχει εγγύηση ότι όλοι, όσοι θέλουν και μπορούν να εργαστούν, θα μπορέσουν σίγουρα να βρουν δουλειά. Σχεδόν πάντα υπάρχει στρατιά ανέργων. Ο εργάτης φοβάται συνεχώς να μη χάσει τη δουλειά του. Επειδή οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι εργάτες δεν αποτελούν προσο­δοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων είναι περιορισμένη με αποτέλε­σμα να υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες. Η τεχνική πρόοδος οδηγεί συχνά στην αύξηση της ανεργίας και όχι στην ελάφρυνση από τα βάρη της εργασίας. 0 προσανατολισμός στο κέρδος σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό των καπιταλιστών είναι η αιτία της αστάθειας στη συσσώ­ρευση και τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου, πράγμα που οδηγεί σε όλο και πιο σοβαρές κα­ταστάσεις ύφεσης. 0 απεριόριστος ανταγωνισμός οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη σπατάλη εργασίας και έτσι παραμορφώνει την κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων, όπως ανάφερα πιο πάνω.

Θεωρώ την παραμόρφωση αυτή των προσωπικοτήτων το μεγαλύτερο κακό του καπιταλι­σμού. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα πάσχει από αυτό το κακό. Το υπέρμετρο αίσθημα του ανταγωνισμού εμφυτεύεται στους φοιτητές, που τους μαθαίνουν να θέτουν υπεράνω την επιτυχία, ως προετοιμασία για τη μελλοντική καριέρα.

Είμαι πεισμένος ότι μόνο ένας δρόμος υπάρχει για να μπει τέλος σε όλο αυτό το κακό, δη­λαδή τη δημιουργία της σοσιαλιστικής οικονομίας με το αντίστοιχο σε αυτή σύστημα παιδείας, προσανατολισμένης σε κοινωνικούς σκοπούς. Σε μια τέτοια οικονομία η κοινωνία κατέχει τα μέσα παραγωγής και τα διαχειρίζεται με βάση το σχεδιασμό. Η σχεδιασμένη οικονομία πρo­σαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινωνίας, κατανέμει την εργασία στους ικανούς για εργασία και εγγυάται τα μέσα προς το ζειν για κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Αντί για την εξύμνηση της εξουσίας και της επιτυχίας, όπως γίνεται στη σημερινή μας κοινωνία, η παιδεία που συμπληρώνεται με την ανάπτυξη των εσωτερικών ικανοτήτων της προσωπικότητας, θα αποβλέπει στην ανάπτυξη σε αυτή της συναίσθησης της ευθύνης για τους άλλους ανθρώ­πους.

Ωστόσο, πρέπει να θυμούμαστε ότι η σχεδιασμένη οικονομία δε σημαίνει ακόμα σοσιαλι­σμός. Η σχεδιασμένη οικονομία αυτή καθεαυτή μπορεί να συνοδεύεται από την πλήρη υπo­δούλωση της προσωπικότητας. Η επίτευξη του σοσιαλισμού απαιτεί την επίλυση ορισμένων εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων. Πώς, λόγου χάρη, παίρνοντας υπό­ψη το βάθεμα της συγκέντρωσης της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας θα αποτραπεί η με­τατροπή της γραφειοκρατίας σε δύναμη που κατέχει την πλήρη εξουσία. Πώς θα προστατευ­τούν τα δικαιώματα του ατόμου και ταυτόχρονα να υπάρχει εγγύηση ενός δημοκρατικού αντί­βαρου στην εξουσία της γραφειοκρατίας. Οι σκοποί και τα προβλήματα του σοσιαλισμού δεν είναι τόσο απλά και η σαφής κατανόησή τους έχει μέγιστη σημασία στο μεταβατικό μας αιώ­να. Δεδομένου ότι στις σημερινές συνθήκες η ελεύθερη, ανεμπόδιστη συζήτηση των πρo­βλημάτων αυτών βρίσκεται πρακτικά υπό απαγόρευση, νομίζω ότι η έκδοση του περιοδικού αυτού («Monthy review») Θα προσφέρει στην κοινωνία μεγάλη υπηρεσία.

erodotos