Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα John Maynard Keynes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα John Maynard Keynes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Η λέξη που αρχίζει από Φ.


When I use a word, it means just what I choose it to mean – neither more nor less.
Humpty-Dumpty



Δεν υπάρχει ίσως περισσότερο ταλαιπωρημένη λέξη στο πολιτικό λεξιλόγιο από τον Φιλε-λευθερισμό. Ακόμα και με τη Δημοκρατία έχουμε καταλήξει αν όχι σε έναν κοινά αποδεκτό ορισμό, τουλάχιστον σε μια κοινή ιδέα για το περιεχόμενο του όρου. Αλλά κι εκεί ο φιλελευ-θερισμός περιπλέκει τα πράγματα, διότι η συνταγματική δημοκρατία «δυτικού τύπου» ονο-μάζεται και φιλελεύθερη (constitutional/liberal democracy). Στο σύντομο αυτό κείμενο θα παρουσιάσουμε συνοπτικά την περιπέτεια της λέξης «φιλελευθερισμός» (liberalism) στον αγγλοσαξονικό χώρο και ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. του 20ου αιώνα, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος της σχετικής συζήτησης διεξήχθη εκεί.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η πηγή της σύγχυσης βρίσκεται στην ι-στορία του φιλελευθερισμού. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα οι φιλελεύθεροι διακρίνονταν εύκολα από τους συντηρητικούς και τους σοσιαλιστές. Οι φιλελεύθεροι ήταν οι υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς και οι υπερασπιστές των ατομικών δικαιωμάτων. Οι πεποιθήσεις τους βασίζονταν στον ατομικισμό (individualism) που αποτελεί και σήμερα τη θεμέλια λίθο κάθε πραγματικά φιλελεύθερης τάσης. Τα άτομα θα πρέπει να αφεθούν ελεύθερα να καθορίσουν τη ζωή τους με τον τρόπο που αυτά επιλέγουν. Βέβαια υπήρχε η διάκριση μεταξύ των ωφελι-μιστών και των καντιανών φιλελευθέρων, αλλά είχε μόνο ακαδημαϊκή αξία. Πολιτικά οι φι-λελεύθεροι ήταν ενωμένοι.

Στις αρχές όμως του 20ου αιώνα, εξαιτίας των ιδεολογικών ζυμώσεων που ακολούθησαν τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο και την ύφεση της δεκαετίας του 1930, το στρατόπεδο των φιλε-λευθέρων διασπάστηκε. Η κυρίαρχη τάση των φιλελευθέρων στον αγγλοσαξονικό χώρο άρ-χισε να διαχωρίζει τον πολιτικό από τον οικονομικό φιλελευθερισμό, δίνοντας έμφαση κυρί-ως στον πρώτο. Επηρεασμένοι από την οικονομική θεωρία του Keynes (ο οποίος θεωρούσε πάντα τον εαυτό του φιλελεύθερο) οι φιλελεύθεροι άρχισαν να έχουν αμφιβολίες για τη δυνα-τότητα της αγοράς να υλοποιεί τις επιλογές των ατόμων. Θεωρούσαν πως ο κρατικός παρεμ-βατισμός αποτελεί ένα αναγκαίο κακό που παρά το κόστος του (περιορισμός των επιλογών) μπορεί να εξασφαλίσει την προστασία των ατόμων και τελικά την ευημερία τους. Εφόσον οι φιλελεύθεροι ενδιαφέρονταν για το άτομο, δεν υπήρχε λόγος να παραμείνουν δογματικά προσκολλημένοι στην αγορά.

Βέβαια, υπήρξε μια μικρή μερίδα διανοουμένων (κυρίως στις Η.Π.Α.) που όχι μόνο δεν ακολούθησε την κυρίαρχη τάση αλλά βαθμιαία ριζοσπαστικοποιήθηκε περισσότερο, αρνού-μενη να αποδεχτεί οποιαδήποτε παρέμβαση στην οικονομική ή κοινωνική ζωή. Δεδομένου ότι ο όρος liberal είχε κατοχυρωθεί από την κυρίαρχη τάση, θα έπρεπε να εφευρεθεί κάποιος άλλος. Έτσι γεννήθηκε ο όρος libertarian. Η πρώτη γενιά των libertarians περιελάμβανε στους κόλπους της μεγάλους οικονομολόγους όπως ο F.A. Hayek και ο Ludwig von Mises, διανοούμενους όπως ο H.L. Mencken και συγγραφείς όπως η Ayn Rand. Όμως έχασε όλες τις μάχες και σε ιδεολογικό και σε πολιτικό επίπεδο.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια της ευημερίας και της ταχύτατης οικονομικής ανάπτυξης, ο λεγόμενος «εξισωτικός φιλελευθερισμός» (egalitarian liberalism), δηλαδή η κυρίαρχη τάση των liberals κυριάρχησε πλήρως. Οι πολι-τικοί τους στόχοι ήταν δύο: η προστασία των πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων (κυρίως των μειονοτήτων και των ασθενών πληθυσμιακών ομάδων) και η δόμηση του κράτους προ-νοίας.

Θα συγκρουστούν με τους συντηρητικούς επιδιώκοντας τον πρώτο στόχο, πολύ λιγό-τερο για το δεύτερο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 η παντοδυναμία των liberals στις Η.Π.Α. θα σηματοδοτηθεί από τρία γεγονότα: (α) την έκδοση της δικαστικής απόφασης Roe v. Wade που, νομιμοποιώντας τις αμβλώσεις, κατοχύρωσε το «δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή» (right to privacy), δηλαδή το κατεξοχήν φιλελεύθερο δικαίωμα του 20ου αιώνα, (β) την έκδο-ση του μνημειώδους έργου του John Rawls, A Theory of Justice, του σημαντικότερου έργου πολιτικής φιλοσοφίας του 20ου αιώνα και ναυαρχίδας του εξισωτικού φιλελευθερισμού, και (γ) τη διακυβέρνηση Nixon η οποία (όπως και εκείνη του Eisenhower) αποδέχτηκε πλήρως το liberal consensus, με αποκορύφωμα το «Είμαστε πλέον όλοι Κεϋνσιανοί!» που αναφώνησε ο ίδιος ο Richard Nixon.

Πολλοί ταυτίζουν τους αμερικανούς liberals με τους ευρωπαίους σοσιαλδημοκράτες. Αυτό αποτελεί λάθος. Ακόμα και στο ιδιαιτέρως πατερναλιστικό οικοδόμημα του John Rawls, η ελευθερία προηγείται απόλυτα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το γεγονός πως ο ίδιος ο Rawls καταλήγει στην πρώτη καθαρά φιλελεύθερη αρχή της θεωρίας του με αφετηρία ένα καθαρόαιμο ωφελιμιστικό κριτήριο (maximin), καθιστώντας έτσι προβληματική τη θεμελίω-σή της, είναι χαρακτηριστικό.

Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι libertarians ανασυντάχθηκαν γύρω από 2-3 περι-θωριακούς κύκλους: τους νέο-αυστριακούς οικονομολόγους (Mises, Rothbard), τον φιλοσο-φικό κύκλο των «ομπζεκτιβιστών» της Ayn Rand και το αντιπολεμικό κίνημα του Βιετνάμ. Ακολουθώντας την παράδοση των libertarians και των paleo-conservatives των αρχών του αιώνα (οι οποίοι αντέδρασαν δυναμικά στην εμπλοκή των Η.Π.Α. και στον 1ο και στον 2ο πα-γκόσμιο πόλεμο ως πιστοί isolationists) κατόρθωσαν να διασπάσουν τη νεολαία του ρεπου-μπλικανικού κόμματος, φέρνοντας κοντά τους μια μεγάλη ομάδα ριζοσπαστικοποιημένων νέων. Η απονομή του νόμπελ οικονομικών το 1974 στον F.A. Hayek και η έκδοση του An-archy, State, and Utopia το 1974 από τον Robert Nozick προσέδωσε στο κίνημα των liber-tarians -πέραν της μαζικότητας- και μια ιδεολογική νομιμοποίηση.
Οι εξελίξεις αυτές συνοδεύτηκαν από παράλληλες εξελίξεις στην κυρίαρχη ιδεολογία στις Η.Π.Α. Η πλήρης επικράτηση της κλασσικής φιλελεύθερης οικονομικής σχολής του Σι-κάγου (εννέα Νόμπελ οικονομικών μέσα σε δύο δεκαετίες) στον ακαδημαϊκό χώρο, η αποτυ-χία του κράτους προνοίας και του κεϋνσιανού μοντέλου και στη συνέχεια η κατάρρευση των σοσιαλιστικών οικονομιών δημιούργησε ιδιαίτερα φιλικές συνθήκες για τις ιδέες των liber-tarians. Όμως η στροφή ήταν καταρχήν πραγματιστική και δευτερευόντως ιδεολογική.

*του Αριστείδη Ν. Χατζή



*Λέκτορας Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών, Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας & Θεωρίας της Επιστή-μης (Μ.Ι.Θ.Ε.) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σχόλια ευπρόσδεκτα στην ηλεκτρονική διεύθυνση: ahatzis@phs.uoa.gr
1.Lewis Carroll. Through the Looking Glass (1871).

2.Μεταφράζεται στα ελληνικά αδόκιμα ως «φιλελευθεριστής». Μπορεί επίσης να μεταφραστεί περιφραστικά ως «ακραίος» ή «δογματικός φιλελεύθερος», αλλά και πάλι η μετάφραση δεν είναι ικανοποιητική. Προσωπικά προ-τιμώ τον όρο αμετάφραστο

3.Όπως επίσης και η δεύτερη αρχή που εισάγει (αρχή της διαφοράς). Κατά τον Δ. Δημητράκο, το difference principle του Rawls αποτελεί ασφαλές κριτήριο διαφοροποίησης των φιλελεύθερων από τους υπολοίπους.

4.Οι neo-conservatives εμφανίστηκαν για πρώτη φορά δυναμικά κατά τη δεκαετία του 1960 με σημαία τον αντι-κομμουνισμό. Σε αντίθεση με τους paleo-conservatives που είχαν αντιταχθεί στην είσοδο των Η.Π.Α. στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο αλλά και στον ανταγωνισμό με την Ε.Σ.Σ.Δ., οι neo-conservatives πίστευαν στη δυναμική αντιπαράθεση με την Ε.Σ.Σ.Δ. Οι δεύτεροι (σε αντίθεση με τους πρώτους) αποδέχονταν το κράτος πρόνοιας και το New Deal. Η ομάδα των νεο-συντηρητικών περιελάμβανε τους καθαρόαιμους συντηρητικούς (όπως ο εκδό-της του New Republic Franck Buckley), αλλά και πρώην liberals που είχαν απογοητευτεί από την εξωτερική πολιτική του Δημοκρατικού κόμματος (Kristol, Podhoretz, Glazer).

5.Εξαιτίας της αντίθεσής τους στον πόλεμο αλλά και έπειτα από τη συμμετοχή τους στην αποτυχημένη αλλά καθοριστική για την εξέλιξη του κινήματός του προεκλογική εκστρατεία του Barry Goldwater το 1964.

6.Είναι χαρακτηριστικό πως ο όρος είναι σχεδόν άγνωστος στις Η.Π.Α., αν κι έχει χρησιμοποιηθεί περιστασιακά για να χαρακτηρίσει τόσο διαφορετικές ομάδες, όπως (α) ο κύκλος των συνεργατών του liberal πολιτικού περι-οδικού The New Republic (β) αμερικανούς πολιτικούς του Δημοκρατικού Κόμματος, όπως οι Bill Clintοn, Al Gore, Dοuglas Wilder και Paul Tsοngas, στα προεκλογικά προγράμματα των οποίων υπήρχε μία σαφής προτί-μηση στην ελεύθερη αγορά σε σχέση με παλαιότερους υποψήφιους προέδρους του ίδιου κόμματος, (γ) φιλελεύ-θερους διανοούμενους που αποδέχονται τον ρόλο του κράτους ως ρυθμιστή της αγοράς και προστάτη των ασθε-νέστερων (κατά ταξινόμηση που οφείλεται στον Jeffrey Friedman, καθηγητή στο Harvard και εκδότη του περιο-δικού Critical Review), κτλ.


Ενδεικτική βιβλιογραφία
Για περαιτέρω διερεύνηση του θέματος, θα μπορούσε κάποιος να ξεκινήσει από μια καλή ει-σαγωγή στην πολιτική φιλοσοφία. Χρήσιμη είναι η μονογραφία του John Gray, Liberalism (Minneapolis, University of Minnesota Press, 1995, 2nd ed.). Το έργο του John Rawls αποτε-λεί την εντυπωσιακότερη και του Cass Sunstein την πλέον πραγματιστική εκδοχή του εξισω-τικού φιλελευθερισμού. Βλ. ιδίως Cass Sunstein, Free Markets & Social Justice (New York: Oxford University Press, 1997). Για τον libertarianism προτείνω την κλασική μελέτη του Norman P. Barry, On Classical Liberalism and Libertarianism (New York: St. Martin’s Press, 1987) αλλά και το έγκυρο A Dictionary of Conservative & Libertarian Thought, Nigel Ashford & Stephen Davies, eds. (London: Routledge 1991). Τέλος, ίσως σας φανεί χρήσιμο και το άρθρο μου «Εισαγωγή στις Σύγχρονες Φιλελεύθερες Τάσεις στην Πολιτική και Νομι-κή Θεωρία», στο Περί Φιλελευθερισμού, επ. Χρήστος Ζαχόπουλος (Εκδ. Ι. Σιδέρης, 2002), σσ. 93-127.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Συντηρητικοί Μαρξιστές


Μετά τους Δεσμευμένους Ελευθεριάζοντες και τους Συνθηκολογημένους Κευνσιανούς, σήμερα ήρθε η σειρά των εγχώριων μαρξιστών που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, θα έκαναν τον Καρλ Μαρξ να βγει από τα ρούχα του – ακριβώς όπως οι Δεσμευμένοι Ελευθεριάζοντες θα εκνεύριζαν τον γκουρού τους Friedrich von Hayek, και οι Συνθηκολογημένοι Κευνσιανοί τον John Maynard Keynes.

Γ. Βαρουφάκης


Πριν προχωρήσω, επιτρέψτε μου να θυμίσω τον σκοπό αυτών των τριών άρθρων: Να εξετάσουν κατά πόσον οι έλληνες διαμορφωτές της κοινής γνώμης (πολιτικοί, επιστήμονες, σχολιαστές) είναι συνεπείς με τις αρχές, και την ιδεολογία, που οι ίδιοι δηλώνουν ότι έχουν. Στόχος μου δεν είναι να αμφισβητήσω τον νεοφιλελευθερισμό, τον Κευνσιανισμό ή, σήμερα, τον Μαρξισμό. Στόχος μου είναι να καταδείξω τον τρόπο με τον οποίο οι κυρίαρχοι εκπρόσωποι, στην Ελλάδα, αυτών των τριών ιδεολογικών ρευμάτων πέφτουν σε αντιφάσεις με αυτά που οι ίδιοι λένε ότι πιστεύουν. Πολλοί μου λέτε: Και γιατί πρέπει κάποιος σώνει και καλά πρέπει να είναι «πιστός» στο ιδεολόγημά του; Γιατί να μην μπορεί κάποιος να δηλώνει επηρρεασμένος από τον Hayek αλλά και να δέχεται κάποια από τα επιχειρήματα του Keynes, ή και του Μαρξ ακόμα, παρόλο που ο Hayek τα απέρριπτε; Συμφωνώ απόλυτα. Όμως, σε αυτή την περίπτωση πρέπει να απαιτήσουμε το εξής: Να μας εξηγήσουν επακριβώς σε ποιο σημείο της ανάλυσης του «γκουρού» τους διαφωνούν με αυτόν, τι αντιπροτείνουν οι ίδιοι, και με ποιο τρόπο εντάσσουν στην ιδεολογία τους τα επιχειρήματα της «άλλης» πλευράς. Από την ποιότητα αυτής της απάντησης εμείς, το «κοινό» τους, θα μπορέσουμε να κρίνουμε το κατά πόσον επρόκειτο για πραγματικά συνεκτική συνθετική σκέψη (που απαιτούν τα νέα δεδομένα και η νέα τους ανάλυση) ή για απλή ασυνέπεια (που επιβάλει το συμφέρον τους στην σημερινή συγκυρία). Ιδίως τώρα που πλησιάζουν εκλογές, εμείς οι εκλογείς έχουμε υποχρέωση να θέτουμε τέτοια αμείλικτα ερωτήματα σε εκείνους που θέλουν να μας εκπροσωπήσουν.

Η συνεισφορά του Μαρξ

Πριν καλά-καλά αναδυθεί ο σύγχρονος καπιταλισμός, ο Μαρξ είχε διαισθανθεί το μεγαλείο αλλά και τις αντιφάσεις του. To 1848 έγραφε ότι η αστική τάξη «έχει επιτύχει θαύματα πολύ σημαντικότερα από τις Αιγυπτιακές Πυραμίδες, τα Ρωμαϊκά Υδραγωγεία, τις Γοτθικές Μητροπόλεις.» «Δημιούργησε παραγωγικές δυνάμεις πιο γιγάντιες, πιο κολοσσιαίες από εκείνες που είχαν δημιουργήσει όλες οι προηγούμενες γενιές μαζί.» Ο καπιταλισμός «δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να γεννά συνεχείς τεχνολογικές επαναστάσεις ανατρέποντας όχι μόνο τις παραγωγικές δυνάμεις αλλά και τις κοινωνικές σχέσεις.» Φανταστείτε τι διθύραμβους θα έγραφε σήμερα για το Διαδίκτυο, τις νέες τεχνολογίες, και τον τρόπο με τον οποίο όλα αυτά καταστρέφουν το παλιό και φέρνουν το νέο.

Όταν ο Μαρξ έγραφε την φράση «όλες οι κατεστημένες εθνικές βιομηχανίες έχουν καταρρεύσει, ή καταρρέουν καθημερινά», δεν θρηνούσε για αυτές: χαιρέτιζε την κατάρρευσή τους! Όταν προσέθετε την συναφή φράση πως «στην θέση των παλαιών επιθυμιών, που ικανοποιεί η εγχώρια παραγωγή μιας χώρας, δημιουργούνται νέες επιθυμίες για τα προϊόντα χωρών μακρινών και κλιμάτων εξωτικών», όχι μόνο προέβλεπε πως στο Λονδίνο σήμερα ο μέσος Άγγλος θα καταναλώνει ελαιόλαδο και θα αγοράζει μάνγκο, αλλά και επικροτούσε την παγκοσμιοποίηση αυτή.

Το γεγονός ότι διέκρινε ότι αυτό το θαύμα του καπιταλισμού ερχόταν «πακέτο» με μια σκοτεινή πλευρά, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί τον θαυμασμό του Μαρξ για τα επιτεύγματά του. Αντίθετα, ο Μαρξ θέλει διακαώς να κρατήσει τα «καλά» του καπιταλισμού, να τον προστατέψει από τους καταστροφείς του (είτε αυτοί είναι αριστοκράτες-ραντιέρηδες που μισούν την επιχειρηματικότητα είτε ρακένδυτοι Λουδίτες που φοβούνται το καινούργιο), αλλά βεβαίως και να ανατρέψει τις αντιφάσεις του.

Ο καλύτερος τρόπος για να καταλάβουμε την αγωνία του Μαρξ, είναι να θυμηθούμε την νουβέλα της Mary Shelley που σκαρφίστηκε τον θρύλο του Dr Frankenstein. Ο ήρωας της Shelley, καλός κ’ αγαθός επιστήμονας, απλά ήθελε να νικήσει τον θάνατο. Όπως ο Προμηθέας μας δώρησε την φωτιά, έτσι κι εκείνος ήθελε, μέσα από την επιστημονική δίοδο, να μας δώσει την Αθανασία, να μας βοηθήσει να μην χρειαστεί ξανά να χάσουμε τους αγαπημένους μας. Όμως, η τεχνολογία τον πρόδωσε. Δημιούργησε ένα τέρας που, τελικά, τον σκότωσε. Αυτός είναι ο φόβος του Μαρξ για τον καπιταλισμό: δημιουργεί καταπληκτικές τεχνολογίες, οικοδομεί αφάνταστες παραγωγικές δυνατότητες, που υπόσχονται να μας απελευθερώσουν από τον ανόητο μόχθο (καθιστώντας μας όλους εν δυνάμει φιλόσοφους σε κάποια Αγορά, όπως της Αρχαίας Αθήνας των ονείρων του), αλλά, εν τέλει, αυτά τα ίδια τα μηχανήματα καταλήγουμε να τα υπηρετούμε όλοι, πλούσιοι και φτωχοί. Καπιταλιστές και προλετάριοι γινόμαστε σκλάβοι των μηχανών που έπρεπε να μας απελευθερώνουν. Του χρήματος που τα λαδώνει. Κι όχι μόνο γινόμαστε σκλάβοι τους, αλλά σκλάβοι που, περιοδικά, δεν έχουν καν το δικαίωμα να... δουλεύουν.

Αυτό είναι το δράμα του καπιταλισμού στα μάτια του Μαρξ. Ότι δημιουργεί ταυτόχρονα συγκλονιστικές δυνατότητες παραγωγής και απελευθέρωσης αλλά, παράλληλα, δημιουργεί και μορφές δυστυχίας που η ανθρωπότητα δεν έχει ξαναζήσει. Αυτά τα δύο, τον ανείπωτο πλούτο και την αβάσταχτη φτώχεια, τα δημιουργεί η ίδια ακριβώς διαδικασία. Το ερώτημα, λοιπόν, που έθεσε ο Μαρξ στον εαυτό του, και το οποίο προσπαθούσε να απαντήσει μέχρι την τελευταία του στιγμή, ήταν: Πως μπορούμε να κρατήσουμε την δημιουργική δυναμική του καπιταλισμού, απεμπολώντας τις καταστροφικές (και μάλιστα αυτο-καταστροφικές) τάσεις του;

Ας δούμε όμως τώρα από που προκύπτει η πεποίθηση του Μαρξ για αυτή την τεράστια αντίφαση που θεωρεί ότι χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Ο Μαρξ ξεκινά την ανάλυσή του με την εξής υπόθεση: Μόνο η ανθρώπινη εργασία δημιουργεί αξία. Οι μηχανές, η γη, το πετρέλαιο, είναι απλώς πρώτες ύλες. Χωρίς τον ανθρώπινο μόχθο, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια στοίβα «υλικών». Άρα, η αξία του κάθε εμπορεύματος, π.χ. του κάθε κινητού, αντανακλά τον ανθρώπινο μόχθο που «σπαταλήθηκε» για την κατασκευή του. Για αυτό, μετά από λίγο καιρό, όταν η παραγωγή αυτοματοποιηθεί, οι ηλεκτρονικές συσκευές φτηναίνουν: επειδή αυξάνεται το ποσοστό συμμετοχής στην παραγωγή τους των άψυχων μηχανών και, παράλληλα, μειώνεται το ανάλογο ποσοστό συμμετοχής της ανθρώπινης εργασίας. Και η αξία της ανθρώπινης εργασίας από τι καθορίζεται;

Εδώ έγκειται η σημαντική αναλυτική συνεισφορά του Μαρξ: το ότι ξεκαθαρίζει την διπλή φύση της εργασίας. Η πρώτη «φύση» της εργασίας είναι εκείνη που αγοράζει ο εργοδότης καταβάλλοντας ένα μισθό – η εργασία-εμπόρευμα, με άλλα λόγια. Η αξία της εργασίας-εμπόρευμα μεταφράζεται, σε όρους χρήματος, στον μισθό. Υπάρχει όμως κι η δεύτερη φύση της εργασίας: η εργασία-δραστηριότητα, ή ο μόχθος, η σκέψη, η δημιουργικότητα, το ταλέντο του εργαζόμενου την ώρα που εργάζεται. Αυτή η δεύτερη μορφή εργασίας δεν είναι εμπόρευμα, δεν αγοράζεται. Είναι όμως «δημιουργική ενέργεια» που εμφυσά αξία στα προϊόντα της επιχείρησης.

Περιληπτικά, οι εργαζόμενοι ζουν πουλώντας την εργασία-εμπόρευμα τους με αντάλλαγμα τον μισθό που αντανακλά την πραγματική αξία αυτού του εμπορεύματος. Όμως, την ώρα της δουλειάς, οι εργαζόμενοι προσφέρουν στην επιχείρηση την εργασία-δραστηριότητα τους, η οποία προσδιορίζει την αξία των παραγόμενων από αυτούς προϊόντων. Για να είναι βιώσιμο το καπιταλιστικό σύστημα, λέει ο Μαρξ, η συνολική αξία της εργασίας-δραστηριότητας (δηλαδή των προϊόντων) πρέπει να υπερβαίνει την συνολική αξία της εργασίας-εμπόρευμα (δηλαδή των μισθών). Αυτή η διαφορά ονομάζεται υπεραξία και παρακρατάται από τον εργοδότη. Με αυτά τα χρήματα, ο εργοδότης αποπληρώνει τα δάνεια του στην τράπεζα και πληρώνει νοίκι στον ιδιοκτήτη του ακίνητου. Τα υπόλοιπα αποτελούν τα κέρδη του επιχειρηματία. Στον βαθμό όμως που ο επιχειρηματίας αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό, αναγκάζεται να τα επενδύσει σε νέα τεχνολογία για να μην μείνει πίσω σε σχέση με τον ανταγωνισμό, για να μην φαλιρίσει στο μέλλον (στην περίπτωση που οι ανταγωνιστές καταφέρουν, με νέες τεχνολογίες, να ρίξουν το κόστος τους κάτω από το δικό του). Έτσι, σύμφωνα με τον Μαρξ, τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι εργοδότες ζουν δύσκολα κάτω από το βάρος του ανταγωνισμού: οι εργαζόμενοι φυτοζωούν, εισπράττοντας την πενιχρή αξία της εργασίας-εμπορεύματός τους, ενώ κι οι εργοδότες αναγκάζονται να επενδύουν τα κέρδη τους σε νέα τεχνολογία, υπό τον φόβο ότι θα καταλήξουν κι αυτοί υπάλληλοι άλλων εργοδοτών (σε περίπτωση που οι ανταγωνιστές τους τους ξεπεράσουν σε παραγωγικότητα).

Και που είναι το πρόβλημα; Το πρόβλημα σύμφωνα με τον Μαρξ έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η κοινωνική οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας παραγάγει, με μαθηματική ακρίβεια, Κρίσεις. Για του λόγου το αληθές, να τι έγραφε επί λέξει: «Κρίσεις στην επιχειρηματική δραστηριότητα θέτουν υπό αίρεση, κάθε φορά και πιο απειλητικά, την ύπαρξη ολόκληρης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στην διάρκεια αυτών των κρίσεων, ανά καιρούς καταστρέφεται όχι μόνο ένα μέρος των παραχθέντων προϊόντων, αλλά και των παραγωγικών δυνάμεων που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν.» Πόσο πιο συγκεκριμένα μπορούσε να το πει ο άνθρωπος;

Το ερώτημα βέβαια τίθεται: Σε τι οφείλεται αυτή η περιοδική καταστροφή η οποία θυσιάζει στον Καιάδα της Ιστορίας ολόκληρες γενιές, όπως η σημερινή στην χώρα μας; Η απάντηση του Μαρξ ήταν η εξής:

Ας υποθέσουμε ότι ξεκινάμε με μία περίοδο «παχιών αγελάδων». Η οικονομία μεγεθύνεται, οι επενδύσεις καλά κρατούν, και οι εργοδότες επανεπενδύουν πρόθυμα τα κέρδη τους σε περισσότερα και καλύτερα μηχανήματα. Είναι η κατάσταση αυτή διατηρήσιμη; Ο Μαρξ κοίταξε αυτή τη ρόδινη εικόνα μιας μεγεθυνόμενης καπιταλιστικής οικονομίας και διέκρινε την αρχή μιας επικείμενης οικονομικής κρίσης. Καθώς η παραγωγή αυτοματοποιείται, κάθε μονάδα προϊόντος ενσωματώνει όλο και λιγότερη ανθρώπινη εργασία. Και καθώς η τελευταία είναι εκείνη που καθορίζει την αξία των εμπορευμάτων, η μείωση των αξιών, η πτώση των τιμών και η κατάρρευση των κερδών είναι απλά ζήτημα χρόνου. Κάποιες επιχειρήσεις, οι περισσότερο ευάλωτες, θα χρεοκοπήσουν προκαλώντας μία αρνητική αλυσιδωτή αντίδραση: οι πρώτοι εργάτες που θα μείνουν άνεργοι θα περικόψουν την κατανάλωσή τους και έτσι θα μειώσουν ακόμα περισσότερο τα κέρδη κάποιων άλλων επιχειρήσεων οι οποίες θα αναγκαστούν τότε να απολύσουν περισσότερους εργαζόμενους κ.ο.κ. μέχρι η οικονομία να περιέλθει σε στασιμότητα οπότε τεράστιες ουρές ανέργων θα μαζεύονται έξω από τις πύλες εργοστασίων που υπολειτουργούν (ή, ακόμα χειρότερα, που έχουν κλείσει), ψάχνοντας απεγνωσμένα για δουλειά.

Σε κάποιο σημείο, η Ύφεση θα έχει βαθύνει τόσο πολύ, που όσες επιχειρήσεις έχουν επιβιώσει θα αρχίσουν να πηγαίνουν καλύτερα. Αυτό θα συμβεί διότι, με πολλούς από τους ανταγωνιστές τους να έχουν τεθεί εκτός αγοράς, θα απολαμβάνουν ένα πολύ μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς. Παρά το ότι η πίτα θα έχει συρρικνωθεί, θα υπάρχουν πολύ λιγότερες επιχειρήσεις που θα ανταγωνίζονται για κάποιο κομμάτι, με αποτέλεσμα όσοι έχουν μείνει στο παιχνίδι να είναι σε θέση να αρπάξουν ένα μεγαλύτερο κομμάτι από την (εντούτοις συρρικνωμένη) πίτα. Επιπρόσθετα, μέσω της δημιουργίας τεράστιων ποσοτήτων ανενεργού κεφαλαίου και εργασίας, οι τιμές των οποίων θα πέσουν κάτω από τις αξίες τους, η Ύφεση θα μειώσει τα κόστη των επιχειρήσεων. Με απλά λόγια, κατά τη διάρκεια της Ύφεσης, οι επιχειρήσεις που θα έχουν επιβιώσει θα είναι σε θέση να αγοράσουν πρώτες ύλες, ηλεκτρονικό εξοπλισμό και μηχανήματα, για ένα κομμάτι ψωμί. Όσον αφορά στους εργάτες, απεγνωσμένοι καθώς θα είναι για δουλειά, θα εργαστούν για χαμηλότερους μισθούς και – ακόμα και αν ο μισθός τους δεν μειωθεί – θα εργαστούν πολύ πιο σκληρά φοβούμενοι ότι μπορεί, με κάθε καπρίτσιο του εργοδότη, να πεταχτούν στον ανθρώπινο σωρό που περιμένει με αξιολύπητο τρόπο έξω από τις πύλες του εργοστασίου. Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, δεν είναι καθόλου περίεργο ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, οι οικονομικές κρίσεις είναι για τον καπιταλισμό ότι και η κόλαση για τον Χριστιανισμό: απολύτως αναγκαίες.

Σε αντίθεση όμως με την κόλαση, μία οικονομική κρίση δεν είναι μόνιμη. Προσπαθώντας να επαυξήσουν την κυριαρχία τους στην αγορά, οι επιχειρήσεις που έχουν επιβιώσει αρχίζουν να επεκτείνονται μέσα στην ύφεση. Καθώς επεκτείνονται (π.χ. προσλαμβάνοντας περισσότερους εργάτες), ξεκινούν μία άλλη αλυσιδωτή αντίδραση, αυτή τη φορά θετική, η οποία αυξάνει το προϊόν, την απασχόληση και τελικά τη συσσώρευση κεφαλαίου. Η οικονομία βγαίνει από την ύφεση και εισέρχεται σε μία περίοδο μεγέθυνσης. Και πάλι όμως, η άνοδος εμπεριέχει τον σπόρο της επόμενης ύφεσης. Και ούτω καθ’ εξής.

Προσέξατε ότι ο οικονομικός κύκλος που μόλις περιέγραψα «παράχθηκε» χωρίς την παραμικρή μνεία στο χρήμα και τον χρηματοπιστωτικό, ή τραπεζικό, τομέα; Όταν στο μείγμα προστίθεται ο χρηματοπιστωτικός τομέας, ο κύκλος γίνεται πιο ασταθής και ένας νέος, πρωτοφανής συστημικός κίνδυνος εμφανίζεται στον ορίζοντα: ο κίνδυνος μιας καταστροφικής πτώσης (τύπου 1929 ή 2008) σε αντίθεση με μια βαθμιαία και παροδική ύφεση.

Τέλος, τι πρέπει να γίνει για να κρατήσουμε τα «καλά» του καπιταλισμού και να απεμπολίσουμε τα αρνητικά του; Η απάντηση του Μαρξ, απλή: να ξεριζωθεί η ρίζα του «κακού» χωρίς να αγγιχτεί η τεχνολογία που μας χάρισε ο καπιταλισμός. Και πως μπορεί να γίνει αυτό; Να καταργηθεί ο διαχωρισμός μεταξύ εκείνων που εργάζονται χωρίς να είναι ιδιοκτήτες της επιχείρησης και των άλλων που δεν εργάζονται αλλά είναι οι μεγαλομέτοχοί της. Μόνο έτσι, υποστήριζε ο Μαρξ, θα διατηρήσουμε την βιομηχανική επανάσταση χωρίς τον ανορθολογισμό των Κρίσεων που γεννά, αναπόφευκτα, η μονοπώληση, από τους λίγους, των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επί του προϊόντος που παράγουν οι πολλοί.

Τι δεν είδε ο Μαρξ

Όσο διορατικός και να ήταν, ο Μαρξ δεν ήταν δυνατόν να έχει προβλέψει τα πάντα. Αρκεί ότι προ-είδε το μεγαλείο της παγκοσμιοποίησης, αλλά και την άκρα δυστυχία που αυτή παρήγαγε. Την τάση του καπιταλισμού να παραγάγει πρωτόγνωρο πλούτο, και συνάμα πρωτόγνωρη φτώχεια. Την τάση της ανθρωπότητας να κατασκευάζει μηχανήματα με την δύναμη να παράγουν εκ μέρους μας τα πάντα αλλά, την ίδια στιγμή, και την έφεσή μας να μετατρεπόμαστε όλοι μας, εργαζόμενοι και εργοδότες, σε αλλοτριωμένους σκλάβους των τεχνολογικών δημιουργημάτων μας.

Αυτό που δεν είδε ο Μαρξ ήταν το φαινόμενο μιας Microsoft ή μιας Apple. Εξηγούνται άραγε τα κέρδη αυτών των δύο κολοσσών με την θεωρία του Μαρξ; Μεταφράζονται εύκολα στην υπεραξία των εργαζόμενων αυτών των δύο επιχειρήσεων; Σε καμία περίπτωση. Ο Μαρξ υπέθετε ότι όλες οι επιχειρήσεις λειτουργούν σε απόλυτα ανταγωνιστικό πλαίσιο. Ότι οι καινοτομίες τους αντιγράφονται άμεσα και δεν δύνανται να πουλάνε τα προϊόντα τους πιο ακριβά από τους ανταγωνιστές τους. Με άλλα λόγια, ο Μάρξ έστρεφε την κριτική του σε μια ιδεατή, πλήρως, ανταγωνιστική έκφανση του καπιταλισμού. Δεν ασχολήθηκε με την περίπτωση μια πιθανής Microsoft ή μιας Apple επειδή πίστεψε ότι ο ανταγωνισμός θα έριχνε όλα τα τείχη του προστατευτισμού. Σφάλμα ολκής. Το αντίθετο συνέβη. Εταιρείες όπως η Microsoft και η Apple όχι μόνο κατάφεραν να υψώσουν νέα τείχη προστατευτισμού, αλλά και να ιδιωτικοποιήσουν αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε «γενική διανόηση», την συλλογικά δηλαδή παραχθείσα γνώση μιας παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας. Το κάθε iPhone, το κάθε πρόγραμμα Windows, εμπεριέχει γνώση παραχθείσα από εκατομμύρια άτομα τα περισσότερα από τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με την Microsoft ή την Apple. Οι καλές αυτές εταιρείες, όπως περίπου η British East India Company πριν αιώνες μονοπώλησε το εμπόριο της Ευρώπης με την Άπω Ανατολή, μονοπωλούν την γνώση που έχουν παράξει μάζες επιστημόνων και μη.

Αυτή την ιδιωτικοποίηση δεν την είχε φανταστεί ποτέ ο Μαρξ (πως θα μπορούσε άλλωστε;). Κι όμως, αυτή η ιδιωτικοποίηση βρίσκεται σήμερα στο κέντρο της διανομής του παγκόσμιου εισοδήματος. Ένα iPhone παράγεται στην Κίνα από την Ταϊβανέζικη Foxconn, στα εργοστάσια της οποίας εργάζονται χιλιάδες κινέζοι υπό οικτρές συνθήκες. Η Foxconn χρεώνει την Apple περί τα 80 δολάρια για κάθε συσκευή, την οποία μετά πουλάει η Apple για 700 δολάρια. Να το πω απλά: Ο ίδιος ο Μαρξ θα κατέληγε ότι η ανάλυσή του δεν αρκεί για να εξηγήσει τι γίνεται.

Ο καπιταλισμός που μελετούσε ο Μαρξ είχε ως κύριο πρωταγωνιστή έναν επιχειρηματία-ιδιοκτήτη που επένδυε δανεικά χρήματα στο εργοστάσιο και παρακρατούσε ό,τ κέρδη ένιωθε ότι μπορούσε να αφαιρέσει από τις επενδύσεις της επόμενης χρονιάς. Σήμερα, ο επιχειρηματίας είναι ένας απλός manager που «τρέχει» την επιχείρηση ουσιαστικά για λογαριασμό τραπεζών οι οποίες με την σειρά τους διοικούνται από managers (στους οποίους δεν ανήκουν οι τράπεζες). Σε αυτή την νέα καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, η βασική πηγή πλούτου δεν είναι απλώς η υπεραξία που παράγουν οι προλετάριοι, αλλά οι υπερμισθοί των managers. Μισθοί ασύλληπτα υπεράνω του όποιου μεγέθους θα αντανακλούσε την «παραγωγικότητά» τους. Υπερμισθοί που διαχέονται προς τα κάτω, στα χαμηλότερα κλιμάκια του λεγόμενου middle management, έτσι ώστε να επιβάλλεται ένα καθεστώς «συνενοχής» μεταξύ κατεργαραίων διαφορετικού βεληνεκούς.

Αν ζούσε ο Κάρολος σήμερα, αυτή την διαδικασία θα μελετούσε. Το πως η υπεραξία παράγεται όλο και πιο πολύ στην Κίνα, στην Αφρική, στην Ινδία, ενώ στην Δύση όλοι, όχι βέβαια στον ίδιο βαθμό, εισπράττουν υπερμισθούς – δηλαδή μισθούς που, στην γλώσσα του Μαρξ, ξεπερνούν κατά πολύ την αξία της εργασίας-δραστηριότητάς τους.

Οι εγχώριοι Μαρξιστές

Όταν γύρισα για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το 2000, η πρώτη μου απογοήτευση ήρθε από τους αυτο-προσδιοριζόμενους ως μαρξιστές φοιτητές μου. Θυμάμαι ατέλειωτες συζητήσεις, που με γέμιζαν απόγνωση, για τα λεγόμενα «εργασιακά δικαιώματα» που, εκείνοι έλεγαν ότι, πρέπει να τους «εξασφαλίζουν» τα πτυχία τους. Τους έλεγα: «Βρε παιδιά, μαρξιστές άνθρωποι είσαστε. Πως είναι δυνατόν να πιστεύετε ότι το Πανεπιστήμιο μπορεί ΚΑΙ να προσφέρει μαζική και δωρεάν παιδεία ΚΑΙ να σας εξασφαλίσει «εργασιακά δικαιώματα». Αν μπορούσε, αυτό δεν θα σήμαινε ότι ο Μαρξ έλεγε ανοησίες όταν ισχυριζόταν πως ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ξεπεράσει τις αντιφάσεις του, να εκπολιτιστεί, χωρίς να καταργηθεί το μονοπώλιο των λίγων επί των μέσων παραγωγής;» Μόνος μου τα έλεγα, μόνος μου τα άκουγα.

Η τραγωδία της πλειοψηφίας των συμπατριωτών μας που δηλώνουν μαρξιστές είναι διττή: Από την μία, απέχουν πολύ από την ποιότητα, το ύφος και το ήθος της σκέψης του Μαρξ. Από την άλλη, απέχουν ακόμα περισσότερο από τα ζητήματα που θα απασχολούσαν τον Μαρξ σήμερα, και τα συμπεράσματα που θα έβγαζε.

Ως προς το πρώτο, τον τρόπο με τον οποίο παρερμηνεύουν τον Μαρξ του 19ου αιώνα, είναι ξεκάθαρο ότι οι έλληνες μαρξιστές δεν μοιράζονται με τον «γκουρού» τους το δέος που εκείνος ένιωθε μπροστά στα επιτεύγματα του καπιταλισμού. Επικεντρώνονται στα αρνητικά, μεμψιμοιρώντας, και στρεφόμενοι εναντίον εκείνων που ο Μαρξ θα θεωρούσε θείον δώρον: την παγκοσμιοποίηση, το Διαδίκτυο, τις νέες τεχνολογίες, την τάση του καπιταλισμού να καταστρέφει τις σεμνοτυφίες, την συντήρηση, το παλιό, την υποκρισία. Παράλληλα, αποτυγχάνουν να συλλάβουν την πραγματική κακοήθεια του καπιταλισμού που δεν έχει τίποτα να κάνει με την «αδικία» και την «ανισότητα» αλλά που, σύμφωνα με τον Μαρξ, προκύπτει από τον ανορθολογισμό που γεννά η ιδιωτική εκμετάλλευση συλλογικά παραχθέντων αγαθών (κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών).

Ως προς το δεύτερο, τώρα, την αδυναμία τους να σκεφτούν αυτά που θα σκεφτόταν ο Μαρξ σήμερα (εν όψει των νέων δεδομένων), εδώ η κατάσταση φέρνει δάκρυα στα μάτια. Έχετε ακούσει κάποιο από τα κόμματα της Αριστεράς να νοιάζεται για τον τρόπο με τον οποίο η Δύση, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, καρπούται την υπεραξία που παράγει ο ‘Νότος’, μετατρέποντάς την σε υπερμισθούς; Ακούσατε ποτέ να εκφέρεται, από την Αριστερά, μια ανάλυση της μετά το 2008 ελληνικής κατάστασης όπου να τίθεται επί τάπητος η ανικανότητα της χώρας τόσο να παράγει (παραδοσιακή κατά Μαρξ) υπεραξία όσο και να καρπούται υπερμισθούς; Όχι, δεν ακούσατε.

Αυτό που ακούσατε, ουσιαστικά, είναι η απαίτηση οι έλληνες εργαζόμενοι να εισπράττουν κι αυτοί υπερμισθούς - μιας και η βιομηχανία μας δεν παράγει αρκετή υπεραξία από την οποία να διεκδικήσουν ένα μέρος. Αυτό που ακούσατε είναι καταγγελίες περί της αδικίας των Μνημονίων και περί της όλο και μεγαλύτερης απόσπασης υπεραξίας των εργαζόμενων (όταν αυτή δεν υφίσταται πλέον). Όσο δε για το τι πρέπει να γίνει, μεγάλο μέρος της Αριστεράς απαντά: Επιστροφή στην αυτάρκεια. Έξοδο από το ευρώ. Έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τέλος στην παγκοσμιοποίηση. Τείχη γύρω από την χώρα που να εμποδίζουν τις εισαγωγές.

Ερωτώ λοιπόν: Με πόσες στροφές νομίζετε ότι περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του ο Μαρξ στον τάφο του στο Highgate όταν «ακούει» τους έλληνες μαρξιστές να λένε τέτοια πράγματα; Η δική μου εκτίμηση είναι: με περίπου 12000rpm!

Επίλογος

Με αυτό το άρθρο κλείνει ένας κύκλος. Ένας κύκλος που προσπάθησε να αναδείξει την ιδεολογική ασυνέπεια και των τριών μεγάλων ιδεολογικών ρευμάτων που κυριαρχούν στην πολιτική σφαίρα, και τα οποία θα κονταροκτυπηθούν (με διαφορετικά κομματικά περιτυλίγματα) στις επικείμενες εκλογές. Είδαμε ελευθεριάζοντες που υποστηρίζουν την μεγαλύτερη και πιο τοξική κρατική παρέμβαση στην ιδιωτική οικονομία (τα δάνεια των Μνημονίων). Γνωρίσαμε Κευνσιανούς που υποστηρίζουν ότι, εν καιρώ βαθιά ύφεσης, η ανάπτυξη θα έρθει μειώνοντας δημόσιες δαπάνες και μισθούς. Καταλήξαμε σε Μαρξιστές που, ουσιαστικά, υπερασπίζονται το δικαίωμα των ελλήνων εργαζόμενων να ζουν ως ραντιέρηδες (εισοδηματίες), ξεζουμώντας την υπεραξία «άλλων» τριτοκοσμικών, ξένων.

Στόχος μου, επαναλαμβάνω, δεν ήταν να επιχειρηματολογήσω υπέρ της ιδεολογικής και θεωρητικής καθαρότητας. Προσωπικά μιλώντας (επειδή, εδώ στο τέλος, δεν με πειράζει να δηλώσω την δική μου ταυτότητα), κατανοώ τον καπιταλισμό διαβάζοντας Μαρξ (και συγκεκριμένα τον Πρόλογο στην Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας ΚΑΙ την 18η Brumiere του Louis Bonaparte), Keynes (όχι τόσο την Γενική Θεωρία αλλά τα αριστουργηματά του World Economic Outlook, The Economic Consequences of the Peace και το Treatise on Money) και Hayek (Economics and Knowledge). Όχι, στόχος μου ήταν να καταδείξω πως, στην Ελλάδα, μια από τις εκφάνσεις (και αιτίες) της Κρίσης είναι ότι τα κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα δεν είναι καν ειλικρινή με τον εαυτό τους.

Το βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη "Κρίσης λεξιλόγιο" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός.

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=13925

economist

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Δεσμευμένοι ελευθεριάζοντες.


Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, λίγο μετά το Κραχ του 1929 που άλλαξε βίαια τον κόσμο, ξεκίνησε μια τιτάνια διαμάχη μεταξύ φιλελεύθερων οικονομολόγων για το τι είχε συμβεί και τι έπρεπε να γίνει για να καταπολεμηθεί η Κρίση. Σήμερα, το δικό μας 1929 (το Κραχ του 2008-12), έχει ξαναφέρει στο προσκήνιο την ίδια περίπου συζήτηση διεθνώς. Άλλη μια φορά απόψεις του φιλελεύθερου Keynes συγκρούονται αλύπητα με τις αντίθετες απόψεις του φιλελεύθερου Hayek. Από την μία έχουμε φιλελεύθερους που θεωρούν, όπως ο Hayek, ότι η λύση βρίσκεται στο να αφεθεί η αγορά να λειτουργήσει όπως μόνο εκείνη μπορεί (με μειώσεις τιμών και μισθών που θα φέρουν την ανάκαμψη των ποσοτήτων και της απασχόλησης) και από την άλλη έχουμε φιλελεύθερους που θεωρούν, όπως ο Keynes, ότι χωρίς συντονισμένη από το κράτος επενδυτική πολιτική οι αγορές θα παραπαίουν με τεράστιο κόστος για όλους.

Ο λόγος που έκρινα σκόπιμο να γράψω τα παρακάτω είναι ότι στο Μνημονιστάν που ζούμε, ή λατινιστί Bailoutistan (*), η συζήτηση αυτή παίρνει μια πολύ περίεργη μορφή (αν θέλετε μια αγγλική έκδοση του παρόντος, πατήστε εδώ). Μια μορφή που αντανακλά βασικές κακοήθειες της ελληνικής πραγματικότητας. Σήμερα θα επικεντρωθώ στους έλληνες οπαδούς μίας εκ των δύο αυτών σχολών: σε εκείνους που εμπνέονται από τον φιλελεύθερο Hayek (μεταξύ άλλων, όπως π.χ. ο von Mises). Και θα θέσω ερωτήματα σχετικά με την συνέπεια των λόγων τους με την σκέψη και στάση του Hayek.

Πριν φτάσουμε όμως εκεί, ας θυμηθούμε την τιτάνια διαμάχη των δύο ανδρών που ξεκίνησαν αυτή την συζήτηση στις σκοτεινές μέρες του Μεσοπόλεμου.

Hayek εναντίον Keynes

Λίγο μετά το Κραχ του 1929, ο John Maynard Keynes, ο φιλελεύθερος καθηγητής οικονομικών στο Cambridge, έσπασε το πιο ισχυρό ταμπού του επαγγέλματος των πανεπιστημιακών οικονομολόγων της εποχής: Ήρθε σε ρήξη με την άποψη του Βρετανικού Υπουργείου Οικονομικών που θεωρούσε δεδομένο πως μια οικονομία σε βαθειά ύφεση θα ανακάμψει αυτόματα. Ότι, εφόσον μειωθούν οι μισθοί και τα επιτόκια «αρκετά», κάποια στιγμή θα αντιδράσουν δημιουργικά οι επιχειρηματίες αυξάνοντας την απασχόληση και τις επενδύσεις τους.

Η ένσταση του Keynes ήταν ότι, μετά από μία κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (όπως εκείνη του 1929 ή του 2008) που μετατρέπεται σε ύφεση της πραγματικής οικονομίας, είναι πολύ πιθανόν η παραγωγή, οι επενδύσεις και τα εισοδήματα να «κλειδωθούν» σε πολύ χαμηλά επίπεδα – σε μια «κακή» ισορροπία από την οποία καμία μείωση μισθών και επιτοκίων δεν μπορεί να βοηθήσει την οικονομία να αποδράσει. Υπό αυτές της συνθήκες αποτελμάτωσης, υποστήριξε ο Keynes, η προσπάθεια μείωσης των δημόσιων ελλειμμάτων μέσα από περικοπές δημόσιων δαπανών, και μείωσης της ανεργίας μέσω μείωσης των μισθών, μόνο σε αυτό-γκολ θα οδηγήσει τους διαμορφωτές της οικονομικής πολιτικής. Γιατί; Επειδή η μείωση των δημόσιων δαπανών θα ενισχύσει την ύφεση, η μείωση των μισθών θα μειώσει κι άλλο την συνολική ζήτηση, τα φορολογικά έσοδα θα μειωθούν κι άλλο, η ανεργία θα φουντώσει και, έτσι, όλοι θα βγουν χαμένοι: εργαζόμενοι, δημόσιο, επιχειρηματίες.

Όλα αυτά σας είναι πλέον γνωστά και δεν σκοπεύω να εντρυφήσω περαιτέρω στην άποψη του Keynes. Απλά την παραθέτω ως εισαγωγή στην σκέψη του μεγάλου αντίπαλου του Keynes, του Friedrich von Hayek. Η παρέμβαση του Hayek ήταν και παραμένει σημαντική. Καθώς η κριτική του Keynes κέρδιζε έδαφος, όσο η άποψη του Υπουργείου Οικονομικών εξευτελιζόταν καθημερινά (όσο οι περικοπές μισθών και δαπανών αποτύγχαναν να τιθασεύσουν ελλείμματα και ανεργία), ο Hayek ήταν εκείνος που (α) εξαπόλυσε την ισχυρότερη κριτική εναντίον του Keynes (και της πολιτικής κρατικών παρεμβάσεων που υποστήριζε ο Keynes), και (β) παρουσίασε μια διαφορετική εξήγηση των αιτίων της Κρίσης αλλά και του τι πρέπει να γίνει.

Η διάγνωση του Hayek για τα αίτια της Κρίσης ήταν απλή: Οφείλονται σε περιόδους δημιουργίας φθηνού χρήματος από το χρηματοπιστωτικό σύστημα (τις τράπεζες ως επί το πλείστον) το οποίο διοχετεύεται σε τομείς, κλάδους, επιχειρήσεις και χώρες υψηλού ρίσκου. Αυτό που συμβαίνει, κατά τον Hayek, είναι ότι περίοδοι σταθερότητας ρίχνουν τα επιτόκια και έτσι οι τράπεζες αρχίζουν να θέλουν να δανείσουν σε επισφαλείς πελάτες για να τους χρεώνουν υψηλότερα επιτόκια. Αυτό δημιουργεί λογιών-λογιών φούσκες: Φούσκες επενδύσεων, φούσκες καταναλωτικές, φούσκες δημόσιου δανεισμού και δημόσιων έργων, φούσκες στα χρηματιστήρια. Οι φούσκες δημιουργούν αισιοδοξία, η αισιοδοξία αυξάνει τις ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις, αυτές με την σειρά τους αυξάνουν τα εισοδήματα, τα μεγαλύτερα εισοδήματα επιτρέπουν στους επισφαλείς πελάτες των τραπεζών να αποπληρώνουν τα δάνειά τους κ.ο.κ. έως ότου έρχεται η στιγμή της αλήθειας, σκάνε οι φούσκες και όλοι χρωστούν σε όλους χωρίς κανείς να μπορεί να πληρώσει.

Έως εδώ οι Hayek και Keynes δεν διαφωνούν. Η διαφωνία τους αρχίζει στο τι πρέπει να γίνει όταν οι φούσκες πλέον σκάσουν. Αντίθετα με τον Keynes που πίστευε ότι το κράτος πρέπει να αποτρέψει την αποτελμάτωση και την δημιουργία μιας «κακής» ισορροπίας, ο Hayek έκρινε ότι το Κραχ ήταν η Πραγματικότητα ενώ η πρότερη περίοδος Ανάπτυξης ήταν το Ψέμμα. Ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι «να αφήσουμε την ύφεση να κάνει την δουλειά της» - το σκληρό αλλά «θεάρεστο έργο» της. Και ποιο είναι αυτό το «θεάρεστο έργο» που επιτελεί η ύφεση; Καταστρέφει («ρευστοποιεί» ήταν το ρήμα που χρησιμοποιούσε ο Hayek) τα «κακά χρέη», διαλύει δηλαδή τα χρέη που χτίστηκαν ηλιθιωδώς την Εποχή του Ψέμματος και τα οποία δεν μπορούν πλέον να αποπληρωθούν. Κι αν αυτό σημαίνει ότι πολλοί θα υποφέρουν, τι να κάνουμε. Ας είναι. Όπως το επόμενο πρωί ενός κακού μεθυσιού το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να πάρουμε μια ασπιρίνη και να κάνουμε υπομονή, έτσι και με τα Κραχ: η ύφεση που τα ακολουθεί είναι επίπονη αλλά καθαρτική και πρέπει να την αφήσουμε να λειτουργήσει λυτρωτικά, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις που θυμίζουν την προσπάθεια μετρίασης του πονοκέφαλου πίνοντας κι άλλα οινοπνευματώδη. Η πτώχευση του υπερχρεωμένων οργανισμών, επιχειρήσεων, νοικοκυριών, κρατών, είναι τραυματική αλλά απαραίτητη. Θυμίζει τον ρόλο της Κόλασης στο Χριστιανικό Δόγμα: δυσάρεστη αλλά μη εξαιρετέα.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να προσέξουμε μια ειδοποιό διαφορά του Hayek από όψιμους θιασώτες της αγοράς, όπως οι πολιτικοί της Βρετανίας τότε ή της ΕΕ σήμερα, οι οποίοι πασχίζουν, εν καιρώ Κρίσης, να χαϊδεύουν αυτιά. Εκεί που η επίσημη τοποθέτηση του Βρετανικού υπουργείου οικονομικών τότε, ή της ΕΕ σήμερα, ήταν ότι η μείωση των δημόσιων δαπανών και των μισθών θα μας επιστρέψει στην προ της Κρίσης ευημερία και θα βοηθήσει να αποπληρωθούν τα χρέη, ο Hayek δεν υπόσχεται τίποτα τέτοιο. Όταν του έλεγαν ότι η ύφεση, ακόμα και να αφεθεί να πράξει το «θεάρεστο καθήκον» της, μπορεί να μην πετύχει ποτέ να αναπληρώσει τα χαμένα εισοδήματα, ή να αποπληρώσει τα παλαιά και νέα χρέη, εκείνος σήκωνε τους ώμους του και έλεγε: αυτά έχει η ζωή! Ο λόγος πίσω από αυτή την στωικότητα ήταν, βέβαια, ότι ο ίδιος θεωρούσε την ανάπτυξη που προηγήθηκε του Κραχ κίβδηλη. Άρα, ρωτούσε: Γιατί να επιστρέψουμε εκεί μετά το Κραχ; Κι αν δεν επιστρέψουμε εκεί, που θα πάμε; Η απάντηση του Hayek ήταν αφοπλιστική: Δεν έχουμε ιδέα! Όχι μόνο δεν γνωρίζουμε αλλά, χειρότερα, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι, όπου και να καταλήξουμε, θα είναι «καλύτερα» από εκεί που θα βρεθούμε αν ακολουθήσουμε την πολιτική των μεγαλύτερων παρεμβάσεων ενός κράτους το οποίο, αρνούμενο την πραγματικότητα (ότι η πρότερη ανάπτυξη ήταν φούσκα, και ότι τα χρέη που χτίστηκαν πάνω της δεν μπορούν να αποπληρωθούν), δημιουργεί νέα χρέη και οικοδομεί ένα μέλλον χειρότερο από εκείνο που θα είχαμε αν (το κράτος) καθόταν στα αυγά του.

Ας αφήσουμε λοιπόν, προτείνει ο Hayek, την ύφεση και μια ακολουθία πτωχεύσεων να καθαρίσουν τον Κόπρο του Αυγείου που μας άφησε το φαγοπότι των περασμένων ετών. Ας αφήσουμε την αγορά να κάνει εκείνο που ξέρει καλύτερα: να παραγάγει το βέλτιστο από όλα τα εφικτά μέλλοντα μας σπάζοντας τις φούσκες και διαγράφοντας ανόητα χρέη.

Τι θα έλεγε ο Hayek για την Ελλάδα, σήμερα;

Όπως θα παρατηρήσατε από τα πιο πάνω, σκοπός μου δεν είναι να κρίνω την θεωρία του Hayek. Ούτε και να αναλωθούμε σε μια αντιπαράθεση του Hayek με τον Keynes. Όχι, σκοπός μου είναι να εστιάσω (α) στο τι θα έλεγε ο Hayek σήμερα περί Μνημονίων κλπ και (β) στον περίεργο τρόπο με τον οποίο τα Μνημόνια «μετάλλαξαν» έλληνες φιλελευθέρους των οποίων η σκέψη έχει, υποτίθεται, επηρεαστεί από θεωρητικούς όπως ο Hayek.

Τι θα μας έλεγε λοιπόν ο Hayek σήμερα αν μπορούσε να μας στείλει μήνυμα από το υπερπέραν; Επιτρέψτε μου να ισχυριστώ ότι το μήνυμα αυτό θα περιείχε τουλάχιστον δύο εξηγήσεις της τραγικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα μας και η οποία απειλεί να την μετατρέψει σε κρανίου τόπον.

Η πρώτη εξήγηση της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας

Ο Hayek, συνεπής με την εξήγησή του όλων των περιόδων ύφεσης, θα καταδείκνυε τις φούσκες που σχηματίστηκαν την περίοδο 1996-2008 λόγω υπερβολικής τραπεζικής πίστης τόσο προς τον ιδιωτικό όσο και προς τον δημόσιο τομέα. Αυτός ο οχετός πίστης (δανεισμού) σχημάτισε φούσκες στο χρηματιστήριο, στην αγορά ακινήτων, στον δημόσιο τομέα και στην αγορά εργασίας. Τα ποτάμια χρήματος που έρρεαν προς την Ελλάδα ώθησαν όλες τις τιμές στα ουράνια δημιουργώντας μια επίπλαστη «ανάπτυξη» που θα μετατρεπόταν σε κραχ με την ίδια σιγουριά που η μέρα δίνει την θέση της στην νύχτα. Και καθώς ο ρυθμός της επίπλαστης «ανάπτυξης», σε σύγκριση με τον πραγματικό παραγωγικό ιστό της οικονομίας, ήταν τόσο μεγάλος, το ίδιο βαρύγδουπη ήταν και η πτώση που ακολούθησε.

Συνεπώς, οι έλληνες πρέπει να αποδεχθείτε (είναι σαν να ακούω τον Hayek να μας λέει) ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική από την «ρευστοποίηση» χάρτινων τίτλων (δηλαδή, να μάθουμε να ζούμε με χαμηλές τιμές μετοχών στο χρηματιστήριο), την ρευστοποίηση των αγροτικών εισοδημάτων (τουλάχιστον όσων αγροτών βασίζονται στην καλοσύνη των ευρωπαίων φορολογουμένων), την ρευστοποίηση των τιμών των ακινήτων (ενθυμούμενοι πως είχαμε φτάσει στο σημείο διαμερίσματα στο Κολονάκι να κοστίζουν ακριβότερα από lofts στην Νέα Υόρκη), την ρευστοποίηση της εργασίας (δηλαδή των θέσεων εργασίας που δεν παράγουν προϊόν αξίας αρκετής για να καλύψουν το κόστος τους) κλπ.

Η δεύτερη εξήγηση της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας

Μετά την διάγνωση της ασθένειας, ο Hayek θα προέβαινε σε εντονότατη κριτική της θεραπείας που εφαρμόζεται εδώ και δύο χρόνια και, συγκεκριμένα, της προσπάθειας να αποφευχθεί η στάση πληρωμών, το default, του ελληνικού δημοσίου απέναντι στους δανειστές του εντός της ευρωζώνης. Ο Hayek, για να το πω σκληρότερα, θα αναθεμάτιζε την ιδέα νέου κρατικού δανεισμού σε πτωχευμένο κράτος για να αποπληρωθούν τα παλαιά και νεότερα δανεικά. Θυμηθείτε την άποψή του ότι όλα τα «κακά χρέη» πρέπει να «ρευστοποιηθούν», δηλαδή να διαγραφούν, καθώς (α) δεν είναι δυνατόν να αποπληρωθούν και (β) είναι απαραίτητο, μετά το Κραχ, να τιμωρηθούν ανάλογα τόσο αυτοί που τα πήραν όσο και εκείνοι που τα έδωσαν. Γιατί λοιπόν να ρευστοποιηθούν όλα τα «κακά χρέη» εκτός από εκείνα του δημοσίου; Για τον Hayek απάντηση σοβαρή δεν υπάρχει. Μήπως όμως ο ίδιος ο Hayek θα άλλαζε γνώμη επειδή η Ελλάδα βρίσκεται στην ευρωζώνη, δηλαδή σε μια νομισματική ένωση που στις μέρες του δεν υπήρχε ακόμη; Μήπως το γεγονός ότι σήμερα υπάρχει το ευρώ, και η Ελλάδα είναι μέλος του, εξαιρεί το δημόσιο χρέος μιας χώρας-μέλους από το επιχείρημα του υπέρ της ρευστοποίησης των «κακών χρεών»;

Πριν απαντήσω, αξίζει τον κόπο να ρίξουμε μια ματιά στην αμφίθυμη σχέση του Hayek με την ιδέα ενός κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος υπό την αιγίδα μιας Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Γνωστός πολέμιος των Κεντρικών Τραπεζών (**), ο Hayek είχε τα εξής να πει για το ευρώ που τελικά προέκυψε:

«Αν και κατανοώ πλήρως την επιθυμία για την ολοκλήρωση της Δυτικής Ευρώπης μέσα από την απόλυτη ελευθερία των χρηματικών ροών μεταξύ των χωρών της, διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις για την επίτευξη αυτού του σκοπού μέσω της δημιουργίας ενός νέου ευρωπαϊκού νομίσματος το οποίο θα διαχειρίζεται μία υπερ-εθνική αρχή. Πέραν του ότι το βρίσκω απίθανο να συμφωνήσουν τα κράτη-μέλη σε μια κοινή νομισματική πολιτική την οποία θα ασκεί η υπερεθνική αρχή,… δεν μου φαίνεται καθόλου πιθανόν η διαχείριση του κοινού νομίσματος να είναι καλύτερη απ’ ότι η διαχείριση των σημερινών εθνικών νομισμάτων.»

Ο Hayek τελικά αποδέχθηκε το ευρώ ως μέρος της προσπάθειας για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, χωρίς βέβαια να σταματήσει ποτέ να διατυπώνει τις επιφυλάξεις του – π.χ. την άποψη ότι είναι δύσκολη η συμβίωση σταθερών νομισμάτων και κυβερνητικών πολιτικών, που στόχο έχουν την επιβίωση των κομμάτων που τις στηρίζουν! Πάντως όπως και να ερμήνευε τις προσπάθειες της κας Merkel, του κ. Sarkozy και του κ. Draghi να «σώσουν» το ευρώ, ένα πράγμα δεν τελεί υπό αμφισβήτηση: Ο Friedrich von Hayek θα φύλαγε τα πιο δηλητηριώδη σχόλιά του για τις προσπάθειες των ευρωπαίων ηγετών να επιλύσουν το πρόβλημα του χρέους χωρών όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία δημιουργώντας μια νέα κατηγορία τοξικού χρέους (θυμηθείτε τα τοξικά ευρωομόλογα του EFSF) που στόχο έχει την (αδύνατη) εξυπηρέτηση «κακών χρεών» του ένοχου παρελθόντος με κόστος την υποθήκευση του μέλλοντος όλης της Ευρώπης.

Εν κατακλείδι, αν και δεν είναι ξεκάθαρο αν σήμερα ο Hayek θα πρότεινε την διατήρηση της ευρωζώνης ως έχει ή όχι, είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα επιχειρηματολογούσε έντονα και καταλυτικά υπέρ της «ρευστοποίησης» των «κακών χρεών» των τραπεζών και των κρατών-μελών. Ένα ολοκληρωτικό default (όχι απλώς στάση αλλά κατάργηση πληρωμών) θα ήταν, στα μάτια του Hayek, η μοναδική ατραπός που δεν έρχεται σε αντίθεση με το όραμά του όσον αφορά τα μεγάλα ζητήματα της ευρωζώνης. Ένα όραμα που θα τον έθετε σε πορεία σύγκρουσης με την λογική των δανειακών πακέτων «διάσωσης» καθώς και με την πρακτική της ΕΚΤ που πρόσφατα τύπωσε περίπου €1 τρις φρέσκου χρήματος με σκοπό τον δανεισμό των πτωχευμένων τραπεζών.

Η περίεργη περίπτωση των ελλήνων libertarians-οπαδών του Hayek

Στην Ελλάδα υπάρχουν φιλελεύθεροι συμπατριώτες μας που έχουν επηρεαστεί ιδιαίτερα από την σκέψη του Friedrich von Hayek, του συμπατριώτη του Lutwig von Mises, του αμερικανού Robert Nozick, και γενικότερα της σχολής σκέψης που στις αγγλοσαξονικές χώρες είναι γνωστή ως libertarians (ελευθεριάζοντες). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Δράση του κ. Σ. Μάνου και της κας Μ. Ξαφά οι οποίοι, με συνέπεια, εδώ και καιρό (πολύ πριν την Κρίση) αρθρώνουν λόγο που διακατέχεται από την σκέψη του Hayek. Όμως, από τότε που το ελληνικό δημόσιο πτώχευσε, και ήρθαν τα απανωτά Μνημόνια, αυτή η μικρή αλλά με σημαντικό ειδικό βάρος, και πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις, πολιτική παράταξη μετετράπη σε μια «περίεργη περίπτωση».

Τι το «περίεργο» την χαρακτηρίζει; Το εξής: Ενώ οι έλληνες ελευθεριάζοντες διατηρούν την προσήλωσή τους στην θυμωμένη ανάλυση του Hayek όσον αφορά την «πρώτη εξήγηση της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας», από τότε που μας ήρθε το Μνημόνιο τελούν υπό πλήρη και βαθειά άρνηση όσον αφορά την «δεύτερη εξήγηση» που θα έδινε ο μεγάλος Αυστριακός γκουρού τους.

Τους ακούω και τους διαβάζω, με πολλή μάλιστα προσοχή, να μεταδίδουν το μήνυμα του Hayek ότι, στο Μνημονιστάν μας (και ιδίως στην Ελλάδα), δεν υπάρχει επιλογή πέραν την «ρευστοποίησης» των τιμών των μετοχών, των επιδοτούμενων αγροτικών εισοδημάτων, των τιμών των ακινήτων, των περισσότερων δημόσιων οργανισμών, και βέβαια ενός μεγάλου τμήματος των υπαρχουσών θέσεων εργασίας. Μιλούν ευθαρσώς για την ανάγκη μεγάλης μείωσης του εθνικού και προσωπικού εισοδήματος έως ότου τα εισοδήματα πιάσουν «πάτο», έρθουν δηλαδή στο ίδιο επίπεδο με την παραγωγική ικανότητα της χώρας. (Προφανώς θεωρούν ακόμα και το σημερινό επίπεδο εισοδήματος πολύ υψηλό, φούσκα που δεν έχει ακόμα ξεφουσκώσει ικανοποιητικά, και που έχει ακόμα κι άλλο «αέρα» να δώσει έως ότου βρεθούμε στην «ισορροπία».) Όμως, την ίδια ακριβώς στιγμή, την μία φούσκα, το ένα «κακό χρέος», που δεν είναι διατεθειμένοι να δούνε να «ρευστοποιείται» είναι το δημόσιο χρέος. Γιατί αυτή η εξαίρεση;

Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι θεωρούν την ελληνική περίπτωση μια «ιδιαιτερότητα» εντός της οποίας τα διδάγματα του Hayek αφορούν τα πάντα εκτός του δημόσιου χρέους. Πράγματι, αν τους ρωτήσουμε, είναι πιθανότατο να μας απαντήσουν με τρόπο που να υπονοεί εμμέσως πλην σαφώς πως έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις ελληνικές ελίτ, στον ίδιο τους τον εαυτό, να ηγηθούν των μεταρρυθμίσεων που θα προκύψουν μέσα από τις «ρευστοποιήσεις» που, όπως επέμενε ο Hayek, αποτελούν την μόνη «λύση». Και από την στιγμή που δεν πιστεύουν ότι η ελληνική κοινωνία θα τους δώσει την ευκαιρία να ηγηθούν αυτής της μέσω-ρευστοποιήσεων-μεταρρύθμισης, εναποθέτουν όλες τους τις ελπίδες στις υπερ-εθνικές ελίτ (π.χ. τρόικα). Υπό αυτό το πρίσμα, αν για να ασχοληθούν οι υπερ-εθνικές ελίτ με την Ελλάδα [και να θέσουν σε λειτουργία στο εσωτερικό της χώρας (ίσως και με την επιστράτευση των εγχώριων θιασωτών του Hayek) τον απαραίτητο συνδυασμό «ρευστοποιήσεων» και «μεταρρυθμίσεων»] χρειάζεται η αποδοχή ότι το δημόσιο χρέος θα είναι η μοναδική φούσκα (απομεινάρι της προ του Κραχ εποχής) που δεν θα ρευστοποιηθεί (ώστε να μην θυμώσουν οι ξένες τράπεζες που στηρίζουν, και στηρίζονται από, τις υπερ-εθνικές ελίτ), τότε ίσως να αξίζει να θυσιαστεί η αρχή του Hayek για την «ρευστοποίηση» όλων των «κακών χρεών».

Απελπισμένες σκέψεις οδηγούν σε απελπισμένες παραδοχές. Όσο όμως απελπισμένοι και να είναι οι εγχώριοι οπαδοί του Hayek, πρέπει κατά βάθος να κατανοούν ότι ο Αυστριακός θεωρητικός που τους καθοδηγούσε ως τώρα δεν θα τους συγχωρούσε αυτή την απελπισμένη παράδοση στην λογική των Μνημονίων: ο κατ’ εξοχήν πολέμιος των κρατικών παρεμβάσεων που στόχο έχουν την διατήρηση μη διατηρήσιμων χρεών και τιμών, δεν θα συγχωρούσε την υποστήριξη Μνημονίων που φορτώνουν νέα δημόσια τοξικά χρέη στις ήδη υπάρχουσες δημοσιονομικές φούσκες του ευρωζωνικού γίγνεσθαι.

Επίλογος

Αναρωτιούνται κάποιοι γιατί έντιμοι άνθρωποι και πολιτικοί σχηματισμοί με ελευθεριάζουσες απόψεις (που για τη πλειοψηφία δεν φαντάζουν πιο ακραίες από εκείνες αριστερών κομμάτων, ή του ΛΑΟΣ), δεν κατάφεραν να ανεβάσουν τα ποσοστά τους πάνω από το 1%. Η απάντηση είναι διττή. Πρώτον, οι ιδέες τύπου Hayek φοβίζουν καθώς προδιαγράφουν δάκρυα και αίμα χωρίς να υπόσχονται την επιστροφή στην ανάπτυξη (δείτε τα χαμηλά ποσοστά του Ron Paul στις ΗΠΑ σήμερα). Δεύτερον, και αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία στην χώρα μας, λόγω ενός σιωπηλού Φαουστιανού Συμφώνου μεταξύ (α) των πιο προβεβλημέων ελευθεριαζόντων Χαγιεκικών του Μνημονιστάν και (β) της τρόικας. Ένα «Σύμφωνο» το οποίο επιλέγουν οι ελευθεριάζοντες της Περιφέρειας να τους αυτο-δεσμεύει στην πολιτική παχυλών νέων δανείων σε πτωχευμένα κράτη και τράπεζες με αντάλλαγμα (που ελπίζουν ότι θα πάρουν) την προνομιακή τους πρόκριση από τις υπερεθνικές ελίτ ως διαχειριστές της εσωτερικής «ρευστοποίησης» των πάντων – πλην του δημόσιου χρέους.

Θυμάστε, πιστεύω, το επεισόδιο όπου ο Sherlock Holmes έλυσε ένα από πολλά μυστήρια επειδή πρόσεξε ότι ένας σκύλος δεν γαύγισε. Το αίνιγμα εδώ λύνεται με τον ίδιο λίγο-πολύ τρόπο: Το σχετικό ερώτημα είναι «Ποια φούσκα δεν σκάει;» «Γιατί οι έλληνες οπαδοί του Hayek Ελλάδα εξαιρούν το δημόσιο χρέος από τον κατάλογο των υπό «ρευστοποίηση» περιουσιακών στοιχείων;» «Γιατί οι ιρλανδοί σύντροφοί τους εξαιρούν τα χρέη των ιδιωτικών τραπεζών τους;» «Δεν καταλαβαίνουν ότι ο Hayek δεν θα δικαιολογούσε τέτοιες εξαιρέσεις, ιδίως δεδομένου ότι οι εξαιρούμενες φούσκες είναι οι μεγαλύτερες και η μη «ρευστοποίησή» τους αναιρεί το «θεάρεστο έργο» της Κρίσης;» Μια πιθανή απάντηση είναι το Φαουστιανό Σύμφωνο στο οποίο ήδη αναφέρθηκα. Δεν αρκεί όμως για να εξηγήσει αυτή την ιδεολογική και θεωρητική σύγχυση. Στην περίπτωση τόσο της Ελλάδας όσο και της Ιρλανδίας υπάρχει μία ακόμα εξήγηση: η πολύ «κοντινή» σχέση μεταξύ κάποιων εκ των ηγετικών στελεχών αυτής της σχολής σκέψης με τις τράπεζες των οποίων οι μεγαλομέτοχοι θα «ρευστοποιηθούν» άνευ Μνημονίων.

Με άλλα λόγια, τα Μνημόνια της ευρωζώνης (όχι μόνο στην Ελλάδα) έχουν κι άλλο ένα θύμα το οποίο έως τώρα έχει περάσει απαρατήρητο: την ιδεολογική ακεραιότητα της μόνης δεξιόστροφης πολιτικής παράταξης που έχει να προσφέρει σημαντικές ιδέες όσον αφορά τα αίτια και την φύση της Κρίσης. Η τοξικότητα των Μνημονίων έχει διαβρώσει την ιδεολογική εντιμότητα της «σχολής» που έως τώρα αποτελούσε το τελευταίο προπύργιο καθαρής σκέψης στο οποίο κατέφευγαν για να εμπνευστούν, στις δύσκολες στιγμές τους, οι ευρωπαϊκές ελίτ. Ίσως αυτό να εξηγεί γιατί κόμματα του χώρου, όπως η Δράση, αδυνατούν να εμπνεύσουν ένα κοινό που μπορεί να μην έχει διαβάσει Hayek αλλά διαισθάνεται την περίεργη αυτή απόκλιση των οπαδών του από τις ίδιες τους τις αρχές.


(*) Μια «χώρα» που ξεκινά στον Έβρο, συνεχίζεται μέχρι την Αδριατική, επεκτείνεται στον Ατλαντικό και φτάνει μέχρι και το σμαραγδένιο νησί δυτικά της Αγγλίας.
(**) Το 1974 ο Hayek υποστήριξε (βλ. εδώ) την κατάργηση των Κεντρικών Τραπεζών και την ιδιωτικοποίηση του χρήματος. Για την ακρίβεια, πρότεινε να δοθεί στις εμπορικές τράπεζες το δικαίωμα να τυπώνει η κάθε μία το δικό της χρήμα και, έτσι, να εναπόκειται στους ιδιώτες-πολίτες να επιλέγουν ποιο νόμισμα (ποιανής τράπεζας) εμπιστεύονται για τις συναλλαγές τους.
(***) Βλ. Friedrich von Hayek, “Market Standards for Money”, Economic Affairs, April-May 1986.




protagon

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Η περίπτωση Άυν Ραντ.


Η τύχη των διανοουμένων είναι στενά συνυφασμένη με τις εποχές: η επιτυχία, η διάρκειά τους, ο αντίκτυπος που έχουν οι ιδέες τους, η επικαιρότητα των απόψεών τους, όλα τούτα εξαρτώνται από τα γυρίσματα του καιρού, τα οποία μέσα από τις αλλαγές που επιβάλλουν ωθούν τα ανθρώπινα υποκείμενα να ταυτίζονται, ή να απωθούν τις εκάστοτε απόψεις. Η μεγάλη οικονομική κρίση έγινε υπεύθυνη για τέτοιες παλινορθώσεις, αποκαταστάσεις, εξοστρακισμούς και εξορκισμούς. Αίφνης, το 2008, επετειακό έτος του Τζ. Μ. Κέινς, οι ιδέες του επέστρεψαν στην επικαιρότητα - όταν το προηγούμενο διάστημα του άκρατου φιλελευθερισμού φαινόταν πως είχε επικρατήσει τελειωτικά ο ιδεολογικός του αντίπαλος Φ.Α. Φον Χάγιεκ: που με τη σειρά του είχε ανασυρθεί από τη λήθη που τον είχαν καταδικάσει οι κοινωνικές διεκδικήσεις ίσαμε την ανατολή του θατσερισμού.

Σήμερα, η ρεπουμπλικανική αντίδραση στην κεϋνσιανική, φιλοκρατιστική και φιλοκοινωνική ρητορεία της κυβέρνησης Ομπάμα-και πιότερο στην ουσιαστική αποτυχία της στο πρακτικό επίπεδο-βρίσκει κάρπιμα επιχειρήματα και ιδεολογικές βακτηρίες στο έργο μίας ιδιόμορφης μυθιστοριογράφου και διανοούμενης, της ρωσικής καταγωγής Άυν Ραντ. Αμφιλεγόμενη μορφή των αμερικανικών γραμμάτων, η Ραντ, γεννημένη το 1905 στην Αγία Πετρούπολη και από το ’26 ίσαμε τον θάνατό της το 1982 Αμερικανίδα πολίτης, είχε κατακτήσει την επιτυχία χάρις στα μυθιστορήματά της Fountainhead (1943) και ιδίως το Atlas shrugged (1957), ή στα δοκίμιά της όπως «Εισαγωγή στην Αντικειμενική Επιστημολογία» (1967), «Η Αρετή του Εγωισμού» (1964) και ιδίως στο «Για τον Νέο Διανοούμενο» (1961) στα οποία ενστάλαζε τη λυσσαλέα αντίθεσή της στην όποια μορφή κρατικής παρέμβασης στη ζωή και στη δραστηριότητα του ανθρώπου και στην ηθικολογία του αδύναμου, που χαλιναγωγεί την ελεύθερη ανάπτυξη του ρωμαλέου και σφριγηλού πνεύματος. Η νέα απήχηση που έχει η Ραντ στους νέους συντηρητικούς κύκλους είναι τόσο εκτεταμένη, που πρόσφατα οι Τάιμς της Νέας Υόρκης αναφέρθηκαν στο φαινόμενο της «Βεντέτας της Άυν Ραντ».

Η Ραντ, που αυτοαποκαλείτο «ριζοσπάστρια για τον καπιταλισμό» διαπρύσια στηλίτευε τις μυστικιστικές, φιλάνθρωπες και ιδεαλιστικές τάσεις των ανθρώπων, τον αλτρουϊσμό, την κοινοκτημοσύνη, και τα κατ’ αυτήν νοσηρά αποτελέσματά τους για την ελεύθερη προσωπικότητα, τον μηδενισμό και τον κρατισμό αντέτασσε μία δική της, νιτσεϊκής και υπερ-ωφελιμιστικής έμπνευσης, φιλοσοφία, την οποία η ίδια αποκαλούσε «αντικειμενισμό». Θεμέλιο για τη φιλοσοφία της είναι η ύπαρξη μίας «αντικειμενικής πραγματικότητας» και των «μοναδικών ατόμων» ` δεδομένα τούτα αδιάψευστα, που αντικρούουν αναντίρρητα την ιδεαλιστική διάκριση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη λογική. Όπως τονίζει στον Νέο Διανοούμενό της (Signet Book Ed., N.Y, 1963, σελ 37), η μεγάλη αποτυχία των φιλοσόφων (που η ίδια καταγγέλλει ότι ουδέποτε απομακρύνθηκαν από τον Μεσαίωνα (σελ 35) κι ούτε απέταξαν τη σκέψη του Τσαρλατάνου "Witchdoctor") υπήρξε η αδυναμία τους να θεμελιώσουν μία λογική κοινωνία με γνώμονα μία λογική ηθική.

Και καθώς η σχέση ανάμεσα στην ηθική και τη Λογική είναι αμοιβαία, το «καλό» δεν προκύπτει από κάποια υπερφυσική αρχή, ή τον αλτρουισμό των ιδεαλιστών “τσαρλατάνων” όπως ο Καντ, ο Χέγκελ, ή ο Μαρξ, αλλά θα πρέπει να αναγνωρίζεται στα πεπραγμένα που επιτρέπουν την ύπαρξη στο άτομο, ενώ το «κακό» είναι απεναντίας ότι καταστρέφει αυτή τη δυνατότητα. Συνεπώς, το μόνο θεμιτό στο άτομο είναι ο «λογικός εγωϊσμός». Στον ωφελιμισμό της Ραντ, η φροντίδα του κάθε ατόμου για την προσωπική του επιτυχία αποτελεί ηθική επιταγή για τον καθένα. Το πολιτικό σύστημα που υπηρετεί μία τέτοια προσωποπαγή τάση, οφείλει να διαφυλάσσει την ελευθερία και το δικαίωμα του ατόμου να ευημερεί κατά την προσωπική του δύναμη, και το οικονομικό πλαίσιο που αντιστοιχεί σε κάτι τέτοιο είναι ο καπιταλισμός: μία κοινωνία χωρίς αφεντικά και δούλους, αλλά συναλλασσόμενα άτομα, που εάν επιλέγουν βολονταριστικά να συνεργασθούν ο τελικός τους στόχος είναι η δική τους ωφέλεια.

Στο έργο της Ραντ (όπως στο Atlas Shrugged, όπου περιγράφεται μία ‘αντίστροφη’ απεργία, των παραγωγικών, φιλελεύθερων, τομέων κατά των γραφειοκρατών και εκσοβιετισμένων κρατιστών, με την περίφημη απολογία του πρωταγωνιστή Τζον Γκαλτ), αντανακλάται διάχυτα όλο το θεωρητικό υπόβαθρο της κυρίαρχης αμερικανικής αντίληψης για την ελευθερία του ατόμου, που ταυτίζεται με τον (σχεδόν αμοραλιστικό) ωφελιμισμό και τον απαραβίαστο (από τους άλλους και το κράτος) απομονωτισμό: τη λογική του αποίκου, που περιφράσσει την έκτασή του και δεν επιτρέπει την είσοδο σε κανέναν, αφιερώνοντας τη ζωή του στο σόδιασμα του πλούτου και στη μη απόδοση κανενός λογαριασμού. Ενός απομονωτισμού που καθαγιάσθηκε κατά την ιστορική πορεία του αμερικανικού έθνους - όσο που ο μεγάλος απολογητής του Φρανκ Χόντοροφ να γράφει το 1962 πως «ο απομονωτισμός δεν είναι πολιτική στρατηγική, αλλά φυσική στάση του ατόμου». Και μη λησμονούμε πως ένας ακραίος εκφραστής του υπήρξε - και θα ήταν εάν δεν άλλαζε τον ρου της ιστορίας η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου-και ο αλήστου μνήμης Τζορτζ Μπους.

Του Γιώργη-Βύρωνα ΔΑΒΟΥ

avgi

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Η χρησιμότητα της θεωρίας του JMK, για την πτώση της Μ & APC. Η ανισοκατανομή του εισοδήματος και η ανάγκη για την "ευθανασία των εισοδηματιών.

Η επίμονη περιδίνηση στην οποία έχει περιέλθει ο σύγχρονος γραφειοκρατικός καπιταλισμός έχει καταστήσει, ξανά, επίκαιρο τον John Maynard Keynes και τον πυρήνα της θεωρίας του, για την πτωτική πορεία της συναθροιστικής κατανάλωσης, ως προϊόν των παθογενειών του συστήματος διανομής/κατανομής του εισοδήματος, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και ομάδες που συναρθρώνουν τα κοινωνικά μορφώματα και οι οποίες συμμετέχουν, στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος και για την ανάγκη ανάταξης και επαναφοράς της συναθροιστικής κατανάλωσης/ζήτησης, σε θετικούς ρυθμούς, προκειμένου να επανέλθει η οικονομία σε αναπτυξιακή τροχιά. Η εκτεταμένη χρήση των κεϋνσιανών μεθόδων και πρακτικών, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, έκανε πολλούς να πιστέψουν ότι τα πράγματα είχαν εισέλθει σε μια τέτοια τροχιά (και όντως είχαν εισέλθει, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980), έτσι ώστε το καπιταλιστικό σύστημα, είχε καταφέρει την αέναη τροφοδότηση της κατανάλωσης, σε τέτοιο σημείο, που να έχει γίνει, περίπου, αδιάφορη, ή άνευ ουσιαστικής σημασίας, η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος, ανάμεσα στις εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού, αφού τα σύγχρονα μέσα προώθησης της κατανάλωσης (marketing, τεχνικές των πωλήσεων κλπ) εξασφάλιζαν ότι η συνολική κατανάλωση θα είχε μια, περίπου, διαρκή και αδιάπτωτη ανοδική πορεία και θα ήταν το υπόβαθρο, γι' αυτό που ονόμασαν, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990, "αειφόρα ανάπτυξη", η οποία θα εξασφάλιζε την ανοδική πορεία της παραγωγής και θα δάμαζε το φαινόμενο των απρόβλεπτων και απότομων διακυμάνσεων του οικονομικού κύκλου, όπως διακήρυσσαν οι "κορυφές" της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης (από τον Robert Lucas, μέχρι τους Alan Greenspan και Ben Bernanke).


1960 - 2009 Ελλάδα : Οι δείκτες Gini και S80/S20 δείχνουν την σταθερά ανοδική πορεία της ανισοκατανομής του εισοδήματος στην χώρα.
[Ο δείκτης Gini αποτελεί μέτρηση της ισοκατανομής του εισοδήματος στον πληθυσμό μιας χώρας. Στην ιδεατή περίπτωση που το εισόδημα είναι απόλυτα ισοκατανεμηνένο, παίρνοντας οποιοδήποτε 10% του πληθυσμού, θα βρούμε ότι αυτό λαμβάνει το αντίστοιχο 10% του συνολικού εισοδήματος και ο συντελεστής ισούται με το 0. Στην αντίθετη ιδεατή περίπτωση, όπου ένα άτομο κατέχει το σύνολο του εισοδήματος της χώρας, ο συντελεστής ισούται με το 1. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι στον Πίνακα (Δείκτη) Gini, όσο μεγαλύτερη είναι η τιμή του συντελεστή (όσο περισσότερο τείνει προς την μονάδα), τόσο μεγαλύτερη είναι η ανισοκατανομή του συνολικού εισοδήματος σστον πληθυσμό. Ο δείκτης S80/S20 είναι συμπληρωματικός δείκτης ανισοκατανομής του εισοδήματος και εξετάζει το μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού, προς το φτωχότερο 20%, μετρώντας πόσες φορές μεγαλύτερο είναι το εισόδημα του πλουσιότερου 20% από το αντίστοιχο φτωχότερο 20%.]

Και οι δύο πίνακες, που είναι συντριπτικοί, ελήφθησαν από το Υπουργείο Οικονομικών και είναι προφανώς, αναξιόπιστοι, αφού τα πραγματικά μεγέθη της ανισοκατανομής του εισοδήματος στην ελληνική κοινωνία είναι μεγαλύτερα, όπως και η απόσταση, ανάμεσα στο πλουσιότερο και το φτωχότερο 20% του ελληνικού πληθυσμού είναι πολύ μεγαλύτερη. Παρ' όλ' αυτά, οι δείκτες αυτοί έχουν μια αρκετά μεγάλη αξία, φυσικά, ως προσεγγίσεις και τάσεις και όχι, ως απόλυτοι αριθμοί...


Αυτή η πεποίθηση έδωσε ώθηση στην πολιτική της αλματώδους (εκθετικής θα μπορούσε κάποιος να πει) διεύρυνσης των εισοδηματικών ανισοτήτων, υπέρ των πλουσιότερων τμημάτων του πληθυσμού, η οποία πολιτική καλύφθηκε ιδεολογικά, μέσω της επικράτησης των νεοφιλελεύθερων ιδεών της "τόνωσης της προσφοράς", που στην πράξη διεύρυναν, κυρίως από την δεκαετία του 1980 (και με αυξανόμενους, έως ιλιγγιώδεις ρυθμούς, κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000), χασματικά την εισοδηματική ανισοκατανομή σε παγκόσμιο επίπεδο - όπως και στην Ελλάδα, αν και εδώ η εξέλιξη ήταν περισσότερο πολύπλοκη και δεν ακολούθησε την γραμμική εξέλιξη των άλλων χωρών του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.


Αυτή, λοιπόν, ήταν η πεποίθηση, την οποία η μεγάλη ύφεση του 2008 και η κατακρήμνιση της παγκόσμιας κατανάλωσης (που υπήρξε προϊόν της τεράστιας ανισοκατανομής του παγκόσμιου εισοδήματος και της κατάρρευσης του συστήματος, που επέβαλε η μπατιροτραπεζοκρατία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου) ήλθε να διαψεύσει παταγωδώς. Αυτή η τεράστια ανισοκατανομή του εισοδήματος συνέβαλε στην εκδήλωση και στην επιδείνωση της ανισορροπίας ανάμεσα στο ισοζύγιο της αποταμίευσης και της επένδυσης στις πλουσιότερες χώρες με αποτέλεσμα την αύξηση του δημόσιου και του ιδιωτικού δανεισμού (εσωτερικού και διεθνούς), αφού οι φτωχοί και οι μεσαίες τάξεις δανείστηκαν από τους ξένους και τους πλουσιότερους δανειστές (στην Ελλάδα οι εξελίξεις στον ιδιωτικό δανεισμό υπήρξαν ηπιότερες από τις άλλες αναπτυγμένες χώρες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού).

Προφανής λύση της παρούσας εμπλοκής στην οποία εισήλθε το σύστημα, εξ αιτίας της ασυδοσίας του χρηματοπιστωτικού τομέα και της ελίτ του, είναι η αποκατάσταση μιας στοιχειώδους ισότητας στην κατανομή του εισοδήματος, με μια ριζική ανακατανομή του, υπέρ των κατώτερων εισοδηματικών κατηγοριών, μαζύ με την επιβολή ελέγχων στο ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, στις πρακτικές των ελίτ του και στην κεϋνσιανή "ευθανασία των εισοδηματιών", όπως έχει προτείνει, ήδη, από το 1924 ο Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς.


Με τον πυρήνα της θεωρίας του Κέϋνς και με την επικαιρότητα αυτής της θεωρίας, υπό το φως των παρουσών επίμονων υφεσιακών εξελίξεων, στον μοντέρνο γραφειοκρατικό καπιταλισμό της εποχής μας, οι οποίες στον χώρο της ευρωζώνης και ιδιαίτερα στην Ελλάδα τείνουν να λάβουν έναν κρισιακό χαρακτήρα, ασχολείται το παρακάτω πρόσφατο κείμενό μου το οποίο αξίζει να διαβαστεί :


"Ο σύγχρονος γραφειοκρατικός καπιταλισμός, σίγουρα, βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο της παραπέρα εξέλιξής του. Οι αντοχές του θα δοκιμασθούν για μία ακόμη φορά, όπως συνέβη κατά την δεκαετία του 1930 και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που έδωσε λύση στα προβλήματα, που προέκυψαν από την μεγάλη κρίση του συστήματος, η οποία - καθόλου τυχαία - ήταν προϊόν των χαοτικών χρηματοπιστωτικών αδυναμιών του, όπως και σήμερα.


Η διαφορά, ανάμεσα στις δύο εποχές βρίσκεται στο γεγονός ότι τώρα ο σύγχρονος γραφειοκρατικός καπιταλισμός έχει τα κεϋνσιανά μακροοικονομικά εργαλεία, για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, ενώ κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1930 δεν τα είχε. Έπρεπε να τα δημιουργήσει και να τα αποδεχθεί (κάτι που, όπως αποδείχτηκε, δεν ήταν εύκολο, αφού έπρεπε να έλθει ο πόλεμος, για να παρακαμφθούν όλες οι αντίρροπες δυνάμεις και οι αντιδράσεις, που απέτρεπαν την εφαρμογή της κεϋνσιανής θεωρίας).

1960 - 2009 : Η Εισοδηματική κατανομή στην Ελλάδα, ανάμεσα στο πλουσιότερο 20% του πληθυσμού και στο αντίστοιχο φτωχότερο 20%, σύμφωνα με τον πίνακα S80/S20, δείχνει την ολοένα και αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στα δύο αυτά τμήματα του πληθυσμού - πάντοτε, βέβαια, υπέρ του πλουσιώτερου 20%. Οι ρυθμοί απόκλισης ανάμεσα στα εισοδηματικά μερίδια των δύο αυτών τμημάτων, λαμβάνουν ιλιγγιώδη διάσταση, κατά την περίοδο της δεκαετίας του 1990, ιδίως από το 1997 (δηλαδή κατά την άθλια περίοδο της "εκσυγχρονιστικής"/"ευρωπαϊστικής"/κοσμοπολίτικης σημιτικής διακυβέρνησης και της φιλελευθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας,), με μια μικρή βελτίωση, υπέρ του φτωχότερου 20% του πληθυσμού της χώρας, μετά την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη (δηλαδή κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από την "φιλελεύθερη" κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή). Με δεδομένο το τεράστιο ύψος του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο μετατρεπόμενο από δραχμικό χρέος, σε χρέος σε ευρώ, κατέστη αδύνατο να αποπληρωθεί αυτοδυνάμως από την ελληνική οικονομία και με δεδομένη την αδυναμία και ανικανότητα της κυβέρνησης του ευήθους ΓΑΠ να διαπραγματευθεί, η παρούσα εξέλιξη ήταν απολύτως φυσιολογική...


Βέβαια, σήμερα η αντιμετώπιση των προβλημάτων που έθεσαν, αφ' ενός μεν, η παγκοσμιοποίηση και η σύστοιχη αποδιοργάνωση των δημοσίων ελέγχων πάνω στα εθνικά και τα διεθνή χρηματοπιστωτικά συστήματα και αφ' ετέρου δε, η τεράστια ανισοκατανομή στα εισοδήματα, που επισυνέβη, αρχής γενομένης από την δεκαετία του 1980 και με ακραία επιταχυνόμενο ρυθμό, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, καθίσταται δύσκολη, λόγω των μεγιστοποιημένων αγκυλώσεων του συστήματος, που εντοπίζονται στις αντιδράσεις εκείνων που έχουν συμφέρον να μην αλλάξουν τα πράγματα και οι οποίοι, φυσικά έχουν ονοματεπώνυμο : Είναι οι εθνικές και διεθνείς χρηματοπιστωτικές ελίτ του επίσημου και του σκιώδους τραπεζικού συστήματος και οι πάσης φύσεως ραντιέρηδες - οι εισοδηματίες, που ζουν και τζογάρουν με τις αποταμιεύσεις, δηλαδή τα προς δανεισμό κεφάλαια, τα οποία συμποσούνται γύρω στα 1400 τρισεκατομμύρια δολλάρια και επιζητούν κεφαλαιακές αποδόσεις της τάξεως του 4%, ή του 5%, ή του 6% και ακόμη περισσότερο, από ένα παγκόσμιο ΑΕΠ το οποίο μετά βίας το 2010 έφθασε στα 75 τρισεκατομμύρια δολλάρια. Φυσικά, αυτό φαίνεται ότι είναι (και είναι) αδύνατο να συμβεί. Αλλά κάτι τέτοιο δεν αποτρέπει τους έχοντες συμφέρον να επιδιώκουν την πραγματοποίηση των επιδιώξεών τους, έστω και αν αυτές "μετριασθούν" κάπως.

Αυτά τα συνασπισμένα συμφέροντα, τα οποία βρίσκονται σε άκρως σημαντικές θέσεις εξουσίας και προσδιορίζουν την ακολουθητέα νομισματική πολιτική, ως παραγωγοί και ρυθμιστές των ροών του χρήματος, προβάλλουν και θα εξακολουθήσουν να προβάλλουν, όσο μπορούν και όσο τους επιτρέπεται (και θα μπορούν και θα τους επιτρέπεται, όσο ελέγχουν την πολιτική ελίτ των κυριότερων γραφειοκρατικών κρατών του πλανήτη, την οποία έχουν υπαλληλοποιήσει, ελέγχοντας έτσι και την δημοσιονομική πολιτική των κρατών) αντίσταση στις αναγκαίες αλλαγές και δεν θα επιτρέψουν να τεθεί υπό αμφισβήτηση η κυριαρχία τους, δηλαδή η ανεξέλεγκτη και χωρίς ξένη κηδεμονία, λήψη των αποφάσεων στον χώρο τους, από τις ίδιες τις εν λόγω χρηματοπιστωτικές ελίτ και η κατοχή του πλούτου τους, ο οποίος έχει σωρευθεί (έστω και ως χάρτινος πύργος). Αυτή η κατάσταση, φυσικά, θα εντείνει τις αγκυλώσεις του συστήματος, το οποίο ήδη έχει περάσει, από την έλευση της βαθιάς ύφεσης του 2008, σε μια φάση παρατεταμένης αστάθειας και θα το οδηγήσει σε διάφορα αδιέξοδα, τα οποία μπορεί να αποδειχθούν προσωρινά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα είναι οδυνηρά - όπως αυτό που τώρα ζει η ευρωζώνη και ειδικά η χώρα μας.



Στην ουσία, όμως, αυτή η μάχη που δίνουν οι χρηματοπιστωτικές ελίτ, φαίνεται ότι είναι μια μάχη οπισθοφυλακών, που δεν μπορεί να αποτρέψει το μοιραίο. Και το μοιραίο, γιʼ αυτές τις ελίτ, συνοψίζεται στην «ευθανασία των εισοδηματιών», για την οποία μίλησε, ήδη, από το μακρινό 1924 ο Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς, ο οποίος είχε, από τότε, αντιληφθεί τον καταστροφικό ρόλο των ραντιέρηδων και την αντίστοιχη αδυναμία ομαλής λειτουργίας, που επιφέρει στο καπιταλιστικό σύστημα, ως ζωντανού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, σε επίπεδο παραγωγής, η αποδιοργανωτική δομή του ανεξέλεγκτου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το συμπέρασμά του, λοιπόν, εκείνη την εποχή, συνοψίστηκε στο ότι το καπιταλιστικό σύστημα – το οποίο εκείνη την εποχή μετεξελισσόταν, αθόρυβα, από την ακροτελεύτεια εκδοχή του κλασσικού καπιταλισμού (δηλαδή από τον ολιγοπωλιακό καπιταλισμό), σε αυτήν την μορφή που και τώρα γνωρίζουμε, ήτοι τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό των τεχνοδομικών ελίτ – για να μπορέσει να λειτουργήσει πρέπει να προχωρήσει στην πληθωριστική απαξίωση των χρηματικών περιουσιακών στοιχείων των ραντιέρηδων του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δηλαδή στην ευθανασία των εισοδηματιών δια του πληθωρισμού.


Αυτή η ξεχασμένη – ή αποσιωπούμενη - από την μεγίστη πλειοψηφία των οικονομολόγων και όλων των σχετικών αναλυτών, τοποθέτηση του μεγάλου Βρετανού και πολιτικά συντηρητικού οικονομολόγου (που έθετε στο πυρ το εξώτερο τους εισοδηματίες - και τις ελίτ που διαχειρίζονται τις χρηματικές τους περιουσίες -, οι οποίοι, υπό την μορφή των επενδυτών οδηγούσαν το καπιταλιστικό σύστημα από ύφεση σε ύφεση και από κρίση σε κρίση και εν τέλει στον χαμό, δια της ανεξέλεγκτης και άφρονος χρήσεως των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων, με καταστροφικές επιπτώσεις, για το σύστημα, οι οποίες ξεπερνούσαν το επίπεδο της νομισματικής κυκλοφορίας και της διανομής, κτυπώντας το σύστημα στο επίπεδο της παραγωγής, μέσα από την πτώση της κατανάλωσης, η οποία ερχόταν, ως αποτέλεσμα της τεράστιας ανισοκατανομής του εισοδήματος), που δημιούργησε έντονα συναισθήματα δυσανεξίας στην χρηματοπιστωτική ελίτ και στους παρατρεχάμενούς της – δηλαδή τους οικονομικούς αναλυτές - και για την οποία ο Κέϋνς κατέστη μισητός, σε όλους αυτούς τους καθωσπρεπικούς κύκλους, επανήλθε στο προσκήνιο στις ημέρες μας, καθιστάμενη αναγκαία συνθήκη για την ομαλοποίηση της λειτουργίας του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος.





Η κεϋνσιανή θεωρία, που αναδύθηκε μέσα από την «ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ, ΤΟΥ ΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ», το 1936 και την πρακτική εφαρμογή της στις Η.Π.Α. από το κεϋνσιανό επιτελείο του προέδρου Franklin Delano Roosevelt, μπορεί στην πορεία να συντηρητικοποιήθηκε – μην ξεχνάμε, επαναλαμβάνω, ότι ο Κέϋνς ήταν συντηρητικός -, αλλά ουδέποτε έχασε τον στόχο της και αυτό είχε να κάνει και με λόγους που ήσαν καθαρά πρακτικοί, αφού η περίοδος της δεκαετίας του 1930, όντας εντελώς καταθλιπτική, έθετε ερωτήματα και απαιτούσε λύσεις, τις οποίες η κλασσική θεωρία δεν μπορούσε να δώσει, καθώς, επίσης καθιστούσε αναγκαίες και άμεσες δράσεις, τις οποίες η κλασσική οικονομική θεωρία ενοχοποιούσε, ως καταστροφικές. Αλλά, πέρα από αυτό, οι λόγοι για τους οποίους η κεϋνσιανή θεωρία δεν έχασε τους στόχους της, ήσαν και καθαρά επιστημονικοί και τούτο διότι, ήταν απαραίτητο να αντιμετωπισθεί το καταθλιπτικό βάρος που είχε στα μυαλά των ανθρώπων η κλασσική οικονομική σοφία της εποχής, η οποία συνοψιζόταν στον περίφημο «νόμο του Say» και η οποία είχε τις αναγωγές της στους πατέρες της οικονομικής επιστήμης (Άνταμ Σμιθ, Νταίηβιντ Ρικάρντο, Ρόμπερτ – Τόμας Μάλθους και Τζων Στιούαρτ Μιλλ) για να ακολουθηθεί μια συγκροτημένη πολιτική, απαραίτητη ήταν και μια θεωρία, η οποία να θεμελιώνει αυτήν την συγκροτημένη πολιτική, δίνοντας τις αναγκαίες εξηγήσεις για την έλευση και – το κυριότερο – για την επιμονή και την διαρκή εμβάθυνση της GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930, όπως πολύ εύστοχα ονόμασαν οι Αμερικανοί την ξέφρενη οικονομική κρίση εκείνης της περιόδου, η οποία, παρά τις προσπάθειες του Φράνκλιν Ντέλανο Ρούσβελτ και των κεϋνσιανών, δεν ξεπεράστηκε, παρά μόνο μέσα από τον Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Η συνεισφορά του Κέϋνς έγκειται στο γεγονός ότι έβαλε την κατανάλωση, ως μακροοικονομικό μέγεθος, στο κέντρο της οικονομικής θεωρίας, δίνοντας στην συνάρτηση της κατανάλωσης κεντρική θέση στην ανάλυσή του για τις οικονομικές διακυμάνσεις, δηλαδή για τις υφέσεις και τις κρίσεις στο καπιταλιστικό σύστημα. Και φυσικά από τότε η κατανάλωση και η συνάρτησή της έχει τον κυριότερο και τον κεντρικό ρόλο στην μακροοικονομική ανάλυση. Φυσικά, εκείνη την εποχή ο Κέϋνς δεν μπορούσε να στηριχθεί στην στατιστική ανάλυση των μακροοικονομικών στοιχείων για την εξέλιξη της συνάρτησης της συναθροιστικής κατανάλωσης και ως εκ τούτου, η ανάλυσή του ήταν προϊόν των εμπειρικών του παρατηρήσεων, της διαίσθησής του και της οξύνοιας, που πάντοτε τον διέκρινε.


Η πρώτη και σημαντικότερη όλων παρατήρηση του Κέϋνς έχει να κάνει με την οριακή ροπή για κατανάλωση (marginal propensity to consume) και η οποία προσδιορίζεται από το ποσόν, που καταναλώνεται από μια πρόσθετη χρηματική μονάδα εισοδήματος. Το ποσόν αυτό κυμαίνεται μεταξύ του μηδενός και της μονάδας, διότι, όπως ορθά έγραψε ο Βρετανός οικονομολόγος «θεμελιώδης ψυχολογικός νόμος, στον οποίο δικαιούμαστε να στηριζόμαστε με μεγάλη εμπιστοσύνη είναι ότι οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι, κατά κανόνα και κατά μέσον όρο, να αυξάνουν την κατανάλωσή τους, όταν αυξάνονται τα εισοδήματά τους, όχι όμως τόσο όσο τα εισοδήματά τους».


Η δεύτερη παρατήρηση του Κέϋνς έχει να κάνει με την μέση ροπή κατανάλωσης (average propensity to consume), δηλαδή με τον λόγο της κατανάλωσης προς το εισόδημα, η οποία μέση ροπή κατανάλωσης πέφτει καθώς το εισόδημα αυξάνεται. Ο Κέϋνς προσδιόρισε την αποταμίευση (την οποία θεωρούσε, έχοντας πλήρως δίκιο, ότι είναι ένα είδος πολυτελείας), ως αιτία αυτής της φθίνουσας μέσης ροπής προς κατανάλωση. Και μάλιστα εξειδίκευσε το τμήμα της αποταμίευσης για το οποίο ομιλούσε, προσδιορίζοντας ότι οι πλούσιοι αποταμιεύουν πολύ μεγαλύτερο μέρος από τα εισοδήματά τους από ό,τι οι φτωχοί, γεγονός που επιτείνει το πρόβλημα, διότι μεγαλώνοντας την οριακή ροπή προς αποταμίευση, οδηγούν σε πτώση την οριακή ροπή προς κατανάλωση και φυσικά την μέση ροπή κατανάλωσης – ιδού ξανά το αίτημα για μια πληθωριστική ευθανασία των εισοδηματιών, προσεκτικά τοποθετημένο και με πιο «κομψό» και «κόσμιο» τρόπο διατυπωμένο.


Η τρίτη παρατήρηση του Κέϋνς έχει να κάνει με την σχέση του επιτοκίου με την κατανάλωση, την οποία, σε πείσμα της κλασσικής θεωρίας, την θεώρησε, ως αναξιόλογη, αφού πίστευε ότι το εισόδημα είναι αυτό που κυρίως προσδιορίζει την κατανάλωση. Ο Κέϋνς δεν αρνιόταν ότι το επιτόκιο μπορούσε να επηρεάσει την καταναλωτική συμπεριφορά των ατόμων και την ίδια την κατανάλωση, ως μακροοικονομικό μέγεθος. Φυσικά και μπορούσε να την επηρεάσει. Απλώς, θεωρούσε, όπως έχει γράψει, ότι «το κυριότερο συμπέρασμα που προκύπτει από την εμπειρία είναι, νομίζω, ότι ο βραχυπρόθεσμος επηρεασμός που ασκεί το επιτόκιο στο μέρος που δαπανά ένα άτομο από το εισόδημά του έχει δευτερεύουσα σημασία και είναι μάλλον σχετικά ασήμαντος». Οι πατέρες της οικονομικής επιστήμης και η συμβατική σοφία της εποχής του (πολλοί ακόμη και σήμερα το πιστεύουν) θεωρούσαν ότι η αύξηση των επιτοκίων θα ενθαρρύνει την αποταμίευση και θα αποθαρρύνει την κατανάλωση και ότι η πτώση των επιτοκίων θα αποθαρρύνουν τις αποταμιεύσεις και θα αυξήσουν την κατανάλωση.


Όλα αυτά, βέβαια, κονιορτοποιήθηκαν, μέσα στην τεράστια παγίδα ρευστότητας (liquidity trap) στην οποία παγιδεύτηκε η αμερικανική και η παγκόσμια οικονομία, κατά την δεκαετία του 1930. Ένα φαινόμενο, που, τηρουμένων των αναλογιών, επανελήφθη και στις ημέρες μας, με την έλευση της βαθιάς ύφεσης του 2008 και της παρατεταμένης αστάθειας, που ακολούθησε, με την μετακίνηση της ύφεσης από τις Η.Π.Α. στην θεσμικά χαώδη ευρωζώνη.



Kenneth Rogoff


Αυτά, λοιπόν, που λέει ο Ρογκόφ και τα οποία παραθέτει στην συζήτηση ένας φίλος, δεν είναι τίποτε περισσότερο (το αντίθετο, είναι κάτι το πολύ λιγότερο) από αυτά που έλεγε ο Keynes το 1924. Και βέβαια ο Ρογκόφ δεν πρωτοτυπεί (μόνο που πέρυσι έλεγε άλλα πράγματα και φυσικά ανοησιολογούσε). Απλώς, αναμασά προτάσεις και λύσεις, χωρίς να θέτει το δάκτυλο επί των τύπων των ήλων και τούτο διότι η πρότασή του για πληθωρισμό των δημόσιων (και ιδιωτικών προσθέτω εγώ) χρεών –, ή για την διαγραφή τους, δεν είναι αρκετή, όσο δεν συνοδεύεται από την πρόταση για τον οργανωμένο, συστηματικοποιημένο και λεπτομερειακό ρυθμιστικό έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, είτε αυτό αφορά το επίσημο τραπεζικό σύστημα, είτε – το κυριότερο - το σκιώδες και ανεπίσημο τμήμα του, ο οποίος ρυθμιστικός έλεγχος θα πρέπει να επεκταθεί σε μια εκτεταμένη προσωρινή ή και οριστική (ανάλογα την περίπτωση) επανεθνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και τον σύστοιχο έλεγχο των κατευθύνσεων των διεθνών χρηματικών ροών (δηλαδή της κίνησης κεφαλαίων), που υπήρξαν αποτέλεσμα της ξέφρενης παγκοσμιοποίησης, δίνοντας ένα πεδίο δόξης λαμπρόν στους ραντιέρηδες και στην χρηματοπιστωτική ελίτ και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην αποδιοργάνωση του συστήματος. Μάλιστα, ίσως ο Τάλεμπ, που προτείνει την πλήρη κρατικοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, να έχει δίκιο. Και πάντως, έχει πολύ περισσότερο δίκιο από τον Ρογκόφ, διότι η πρότασή του είναι περισσότερο συνεπής από την πρόταση του Ρογκόφ.


Την υλοποίηση αυτού του αιτήματος για την ευθανασία των εισοδημάτων είναι που παλεύει να αποφύγει η σύγχρονη χρηματοπιστωτική τεχνοδομή και οι αγέλες των παρασιτούντων εισοδηματιών, που εμφανίζονται, ως «επενδυτές», που δεν επενδύουν, αλλά ούτε και καταναλώνουν.


Μπορεί να καταφέρουν να καθυστερήσουν την διαδικασία αυτή. Και μπορεί να επιτύχουν μια τέτοιας έκτασης καθυστέρηση, η οποία να είναι χρονικά μεγάλη. Αλλά οι αντοχές των κοινωνιών είναι τέτοιες που όλα δείχνουν ότι δεν θα την αποφύγουν…"

tassosanastassopoulos

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού - Το τρίπτυχο του Φρήντμαν



Ο Φρήντμαν ήταν κατηγορηματικός: όπως γράφει (μαζί με την σύζυγό του Ρόουζ) στο "Two Lucky People: Memoirs", όλα τα στραβά οφείλονταν στο Νιου Ντηλ, με το οποίο "μια σειρά από χώρες, συμπεριλαμβανομένης της δικής μου, λοξοδρόμησαν από τον ορθό δρόμο". Τον τρόπο επανόδου στον "ορθό δρόμο", ο Φρήντμαν τον κατέδειξε αναλυτικά στο διάσημο ευαγγέλιο του νεοφιλελευθερισμού, "Καπιταλισμός και Ελευθερία". Εκεί παρουσίασε το περίφημο τρίπτυχο της θεωρίας του. Τι περιλαμβάνει αυτό το τρίπτυχο;

Πρώτον: απορρύθμιση. Οι κυβερνήσεις πρέπει να καταργήσουν όλες τις νομοθετικές διατάξεις και όλους τους κανόνες, τα οποία εμποδίζουν με οποιονδήποτε τρόπο την μεγιστοποίηση των κερδών και την συσσώρευσή τους.

Δεύτερον: κατάλυση. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να καταλύσουν την έννοια του "κοινωνικού κράτους", περικόπτοντας κάθε χρηματοδότηση οποιουδήποτε κοινωνικού προγράμματος, ώστε να εξαφανιστούν όλες οι παρεμβάσεις οι οποίες δημιουργούν στρεβλώσεις στην αγορά και εμποδίζουν την επίτευξη του μέγιστου κέρδους.

Τρίτον: ιδιωτικοποιήσεις. Το κράτος οφείλει να μεταβιβάσει ολόκληρη την δημόσια περιουσία σε ιδιώτες, επειδή μόνον έτσι μπορεί να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή αξιοποίηση αυτής της περιουσίας και το μέγιστο κέρδος από την εκμετάλλευσή της.

Σ' αυτή την τρίπτυχη συνταγή, ο Φρήντμαν επεξεργάστηκε πλήθος λεπτομερειών. Για παράδειγμα, το άριστο θα ήταν να μην υπάρχουν καθόλου φόροι. Όμως, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, θα πρέπει να υπάρχει μια ενιαία φορολογική κλίμακα με την οποία θα φορολογούνται οι πάντες, πλούσιοι ή φτωχοί. Φυσικά, τα έσοδα από αυτή την φορολογία θα πρέπει να διατίθενται με τον τρόπο που ορίζει το τρίπτυχο, δηλαδή όχι για κοινωνικές παροχές αλλά για διευκόλυνση της ανάπτυξης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Επίσης, απαγορεύεται αυστηρά η θέσπιση οποιουδήποτε προστατευτικού μέτρου υπέρ της εγχώριας παραγωγής ή ιδιοκτησίας ενώ θα πρέπει να καταργηθεί οποιαδήποτε διάταξη εμποδίζει τις εταιρείες να παράγουν ή να πωλούν τα προϊόντα τους σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου επιθυμούν.

Από το μένος του Φρήντμαν δεν ήταν δυνατόν να γλιτώσει η τιμή της εργασίας. Εφ' όσον η εργασία αποτελεί συντελεστή παραγωγής, δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε παρέμβαση στην διαμόρφωση της τιμής της. Συνεπώς, πρέπει να καταργηθούν οι έννοιες των συλλογικών συμβάσεων και των κατώτατων μισθών. Ακόμη, στα πλαίσια της κατάργησης του "κοινωνικού κράτους", πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, η παιδεία, η ενέργεια, οι μεταφορές κλπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Φρήντμαν ζητάει την ιδιωτικοποίηση ακόμη και των...εθνικών πάρκων!

Σε τελική ανάλυση, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το "Καπιταλισμός και Ελευθερία" ως ένα ξετσίπωτο βιβλίο. Πράγματι, εκεί ζητείται απερίφραστα και χωρίς ντροπή η πλήρης κατάργηση του Νιου Ντηλ, το οποίο είχε αποτρέψει τις λαϊκές εξεγέρσεις μετά την ύφεση του μεσοπολέμου και την καταστροφή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ό,τι είχαν καταφέρει να κερδίσουν οι εργαζόμενοι με ιδρώτα και αίμα πολύχρονων αγώνων και όσα μέτρα είχε πάρει το κράτος για να αμβλύνει τις επιπτώσεις της φτώχειας, η "αντεπανάσταση" του Σικάγου απαιτούσε να τα πάρει πίσω.

Κι όχι μόνο. Ουσιαστικά, ζητούσε πολλά περισσότερα. Εκτός από όσα -υποτίθεται πως- είχαν χάσει οι καπιταλιστές από την εφαρμογή των κεϋνσιανών πρακτικών, η "σχολή του Σικάγου" απαιτούσε και όλα όσα κράτος και εργαζόμενοι είχαν οικοδομήσει κατά την περίοδο της μεταπολεμικής αλματώδους ανάπτυξης. Ο Φρήντμαν ζητούσε από τις κυβερνήσεις να ξεπουλήσουν μια περιουσία η οποία είχε δημιουργηθεί από τις επενδύσεις του δημόσιου τομέα (δηλαδή, από τους φόρους των εργαζομένων) και από την εργασία των λαϊκών στρωμάτων. Για τον φρηντμανισμό, όλος αυτός ο πλούτος έπρεπε να μεταβιβαστεί σε χέρια ιδιωτών διότι...έτσι έπρεπε!

Βέβαια, ο Φρήντμαν τύλιξε όλα αυτά με ένα ωραίο περιτύλιγμα επιστήμης και τα καλλώπισε με την γλώσσα των μαθηματικών. Στην βάση του, το φρηντμανικό όραμα ταυτιζόταν απολύτως με τα συμφέροντα των πολυεθνικών, οι οποίες εκ φύσεως διψούν για δράση σε περιβάλλον δίχως αρχές και κανόνες. Στο αρχικό της στάδιο, αυτή η αδηφάγα διάθεση του καπιταλισμού εκφράστηκε με την αποικιοκρατία: η κάθε ανακάλυψη νέας γης συνεπαγόταν την υφαρπαγή της και την λεηλασία του πλούτου της, δίχως καμμιά αποζημίωση για τους ντόπιους πληθυσμούς. Τέσσερις-πέντε αιώνες αργότερα, ο Φρήντμαν επιχειρούσε να αναβιώσει την αποικοκρατία, μόνο που αυτή φορά η καινούργια γη, που έπρεπε να κατακτηθεί και να λεηλατηθεί δίχως αποζημίωση, ήταν το ίδιο το κράτος.


Cogito ergo sum

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Keynes εναντίον Hayek.


Ο Αυστριακός οικονομολόγος Friedrich von Hayek, που πέθανε το 1992 στην ηλικία των 93, είχε πει κάποτε πως η μεγαλύτερη ικανοποίηση είναι να ζήσεις περισσότερο από τους αντιπάλους σου. Σε αυτό ήταν τυχερός, αφού έζησε 50 χρόνια παραπάνω από τον Keynes, ο οποίος και τον είχε κατατροπώσει σε διανοητικό επίπεδο, όσο ήταν εν ζωή.

Η μεγάλη αποθέωσή του έγινε τη δεκαετία του 1980, όταν η Margaret Thatcher χρησιμοποίησε στοιχεία από το βιβλίο του The Road to Serfdom (1944), με το οποίο επιτίθετο στον κεντρικό σχεδιασμό. Στα οικονομικά όμως δεν υπάρχει μια τελική ετυμηγορία. Αν και η άποψή του ότι η ελεύθερη αγορά υπερτερεί του κεντρικού σχεδιασμού κέρδισε τη γενική αποδοχή, η άποψη του Keynes ότι η αγορά χρήζει διαρκούς σταθεροποίησης επικράτησε σε πολλά υπουργεία Οικονομικών, και σε κεντρικές τράπεζες.

Και οι δυο απόψεις ξεπεράστηκαν από τη σχολή του Σικάγου, η οποία κυριαρχεί στην οικονομική θεωρία εδώ και 25 χρόνια. Σύμφωνα με αυτήν, αν οι οικονομικοί παράγοντες έχουν πληροφόρηση για όλα τα πιθανά ενδεχόμενα, τότε δεν θα συνέβαιναν συστημικές κρίσεις, παρά μόνο σε έκτακτες και απρόβλεπτες περιπτώσεις, πέραν της ισχύος της οικονομικής θεωρίας.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-08 απαξίωσε τη θεωρία αυτή, αν και οι «ιερείς» της δεν το παραδέχονται, και έφερε ξανά στο προσκήνιο τον Keynes και τον Hayek. Τα ζητήματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ από την εποχή που ξέσπασε η μεταξύ τους διαμάχη στη διάρκεια του κραχ των 1930`ς. Τι προκαλεί τη κατάρρευση των αγορών; Ποια είναι η καλύτερη αντίδραση σε μια κατάρρευση; Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος αποφυγής μιας μελλοντικής κατάρρευσης;

Για τον Hayek του 1930, και για τους οπαδούς του σήμερα, η κρίση οφείλεται σε υπερβολικές επενδύσεις σε σχέση με τις αποταμιεύσεις, που είναι δυνατές μέσω της επέκτασης της πίστωσης. Οι τράπεζες δανείζουν χαμηλότοκα, με αποτέλεσμα οι οποιεσδήποτε επενδύσεις να είναι προσωρινά κερδοφόρες.

Επειδή όμως οι επενδύσεις αυτές δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα, οι απαραίτητες αποταμιεύσεις για να τις ολοκληρώσουν δεν είναι διαθέσιμες. Μπορούν να επιβιώσουν για κάποιο διάστημα με ενέσεις από πλευράς κεντρικής τράπεζας. Στο τέλος όμως, όλοι οι παράγοντες της αγοράς διαπιστώνουν πως δεν υπάρχουν αρκετές αποταμιεύσεις για να ολοκληρωθούν όλα τα επενδυτικά σχέδια. Σε εκείνο λοιπόν το σημείο, επέρχεται το μπαμ.

Η κάθε τεχνητή άνθηση φέρει και τους σπόρους της καταστροφής της. Η ανάκαμψη συμπεριλαμβάνει ρευστοποίηση, μείωση της κατανάλωσης, και αύξηση των αποταμιεύσεων.

Ο Keynes και οι υπέρμαχοί του θα θεωρούσαν τις κρίσεις ως αποτέλεσμα μιας αντίθετης αιτίας: Χαμηλές επενδύσεις σε σχέση με τις αποταμιεύσεις, δηλαδή ανεπαρκής κατανάλωση και ζήτηση, ώστε να συντηρηθεί ένα επίπεδο επενδύσεων πλήρους απασχόλησης, που στο τέλος οδηγεί σε διάψευση των αναμενόμενων κερδών.

Και οι δυο θεωρίες, του Keynes και του Hayek, δεν πολυδιαφέρουν, αφού και οι δυο θεωρούν βασικό στοιχείο των κρίσεων την υπερχρέωση. Τα συμπεράσματα όμως στα οποία καταλήγουν, είναι διαφορετικά.

Για τον Hayek, η ανάκαμψη έχει να κάνει με τη ρευστοποίηση των πλεονασματικών επενδύσεων και την αύξηση της αποταμίευσης.

Για τον Keynes, έχει να κάνει με τη μείωση της τάσης για αποταμίευση, και την αύξηση της κατανάλωσης ώστε να συνεχίσουν να υπάρχουν οι προοπτικές της επιχειρηματικής κερδοφορίας.

Ο Hayeκ απαιτεί περισσότερη λιτότητα, ο Keynes περισσότερες δαπάνες.

Εδώ βρίσκεται το μυστικό του γιατί ο Hayek έχασε από τον Keynes στη δεκαετία του 1930. Η πολιτική της ρευστοποίησης ήταν πολιτικά καταστροφική, αφού στη Γερμανία έφερε στην εξουσία τον Χίτλερ. Όπως τόνισε τότε ο Keynes, αν όλοι (νοικοκυριά, εταιρίες, κυβερνήσεις) άρχιζαν να αποταμιεύουν ταυτόχρονα, δεν θα υπήρχε τρόπος να σταματήσει η πτώση της οικονομίας, παρά μόνο όταν όλοι θα φτώχαιναν ταυτόχρονα.

Αυτό ήταν το βασικό ελάττωμα στη θεωρία του Hayek, που οδήγησε τους περισσότερους οικονομολόγους στο να αγκαλιάσουν τη πολιτική κινήτρων του Keynes. Εκτός από τους φανατικούς οπαδούς του Hayek, όλοι οι υπόλοιποι παραδέχονται ότι το 2009 αποφεύχθηκε ένα νέο κραχ χάρη στη συντονισμένη παροχή κινήτρων που δόθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι κυβερνήσεις πλήρωσαν ακριβά σε αξιοπιστία και πιστοληπτική ικανότητα, την απόφασή τους να στηρίξουν τις τράπεζες και να κρατήσου ζωντανή την οικονομία. Σήμερα όμως, όλο και πιο πολλοί αναγνωρίζουν ότι η λιτότητα του δημοσίου σε εποχές χαμηλής ιδιωτικής δαπάνης, το μόνο που εγγυάται είναι μια χρόνια στασιμότητα, αν όχι μια κατάρρευση.

Για αυτό και θα πρέπει να αλλάξει η πολιτική. Η Ευρώπη είναι πέραν πάσης ελπίδας. Το ζήτημα είναι αν ο Ομπάμα έχει τη δύναμη να γίνει Ρούσβελτ.

Για να αποφευχθούν παρόμοιες κρίσεις στο μέλλον, οι Κεϋνσιανοί ζητάνε ενίσχυση των εργαλείων της μακροοικονομικής διαχείρισης. Οι οπαδοί του Hayek δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Είναι ήδη πολύ αργά για να προτείνουν κάποια από τις κλασικές τους θεραπείες: Κατάργηση των κεντρικών τραπεζών, που υποτίθεται ότι είναι οι πηγές της πλεονάζουσας πίστωσης. Όμως, ακόμη και μια τράπεζα χωρίς κεντρικές τράπεζες, θα υπόκειται σε σφάλματα αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας. Και μια συμπεριφορά αδιαφορίας απέναντι στις συνέπειες αυτών των λαθών αποτελεί κακή πολιτική.

Έτσι, παρά τη διάκρισή του ως φιλόσοφος της ελευθερίας, ο Hayek καλώς έχασε τη μάχη με τον Keynes στη δεκαετία του 1930. Και μάλιστα, καλώς χάνει και τη σημερινή επαναληπτική μεταξύ τους μάχη.



Του Robert Skidelsky, καθηγητού πολιτικής οικονομίας στο Warwick University.

Project Syndicate

http://www.project-syndicate.org/commentary/skidelsky44/English

Απόδοση: S.A.

antinews